δ2

μακρινά σε ακούω να γυρίζεις την αλυσίδα του ποδηλάτου και να χαράζεις τα δόντια να περνάς μακριά από τη γέφυρα και είσαι η μέρα τα τρακτέρ προσκυνάν τα μυρμήγκια πως θα αλλάξει ο κόσμος χωρίς την ικανότητα της οδήγησης μιλώ εγώ που δεν ξέρω να περπατάω μιλώ εγώ που γυρίζω τις πάνινες κούκλες μου να δω τι φοράν από κάτω δαντελωτά κιλοτάκια

δεν αναγνώρισα η αθωότητα πρέπει να διατηρηθεί μέχρι τα δώδεκα όχι περισσότερο μέχρι την έκτη δημοτικού εκεί που λούζουμε η μία την άλλη νερά στο προαύλιο της εκκλησίας και τα ρούχα κολλάνε πάνω μας, κολλάνε πάνω σου τα στερεότυπα και γίνεσαι ένας σαχλός πολτός

ο φρουτοχυμός της αδυναμίας μας να συνεχίσουμε το νερό , η βία σε χέρια η Λίκα χτυπάει τα αγόρια η Λίκα είναι η αγαπημένη μας βρίσκεται στο σώμα της και η συγκίνηση

ρίχνει κάτω τις πληγές και τις κορδέλες

ροζ κολάν φορούσες η εξερεύνηση ξεκινά από το τετράγωνο η γειτονιά να κρυφτείς από τις ομιλίες τις απαραίτητες προτάσεις χωρίς να καταλαβαίνεις την υποτίμηση στο φύλο σου τα φασιστικά σύμβολα τις νεκρικές ακολουθίες να ξενυχτίσουμε τον νεκρό, ναι , σ’ ένα ισόγειο στην Παλαμά , να του πάμε καινούριο καπέλο και με προσοχή να τον καθαρίσουμε από ούρα και φλούδες φαγητών κολλημένες στο δικό του φύλο δούλεψε πολύ πέθανε πολύ , πέθανε αργά ξεκινώντας απ’ το πρώτο παιδί, την πρώτη απόλυση, την πρώτη μέρα που έγινε πολίτης

κι εσύ να τεμαχίζεις ζελεδάκια από ανία και περιέργεια για τον εσωτερικό τους κόσμο τους κρυστάλλους ζάχαρης που παγιδεύονται στο στάδιο της ψύξης σέρνω το κρύο σε βήματα 1 η παιδική ηλικία 2 η παύση 3 το πένθος 4 η ηλικία σκέτη και ξινή στο ντανς φλορ με αγόρια σκληρά γεμάτα εντυπώσεις και ώρες αθλητισμού να λυπούνται στο νόημα της εξουσίας

κι εσύ ακόμα τέλεια στις μπουνιές κι εγώ να μεταδίδω σώματα που συμβαίνουν