-τέταρτη πολεοδομία-

το σώμα κλεισμένο

που είναι μωβ και στη γωνία

του τοπίου

που κάθεται σε είσοδο πάρκινγκ

και ζωγραφίζει τις περιοχές

τα χέρια μαύρα

κίτρινο το κεφάλι

κόκκινο το μάγουλο

που παριστάνει ότι δεν

είναι

και έχει λευκό τοίχο

για να κρεμάει

τις απολαβές του σπιτιού

που κουβαλάει μέσα σου

σε μορφή κρεβάτι και φίδι

-προς χάριν κλωνοποίησης

οι τομές στα πλευρά

έχουν το όνομα αδάμ Α. και αδάμ Β.-

είπε δεν θα παίξει ποτέ πια και αλήθεια δεν έπαιξε ποτέ

Παράγγειλε πορτοκαλάδα χωρίς παγάκια. Ο λαιμός της πονούσε. Περπάτησε στη βροχή πριν μέρες. Τώρα το θυμήθηκε. Όταν έφυγε από την Αλίκη, ένα βράδυ, εκείνο το βράδυ, την είχε προλάβει η καταιγίδα. Παράγγειλε στον σερβιτόρο με το μαύρο παντελόνι. Καθώς της έφερνε την πορτοκαλάδα παρατήρησε τα μαλλιά του που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν στους κροτάφους και πίσω στο λαιμό. Πίστευε πως ήταν όμορφος και αυτή η σκέψη την άφηνε χαμογελαστή. Εκείνη τη μέρα που κρύωσε είχε φύγει από τη φιλαρμονική. Έτσι ήταν. Έπρεπε να της φέρει την δεύτερη πορτοκαλάδα για να παρατηρήσει πως ήταν χωλός, το ένα πόδι λίγα εκατοστά πιο κοντό. Η χωλότητα του της φαινόταν αγνή, όμορφη, τέλεια. Ήταν μία ασυμμετρία που μόνο το σώμα μπορεί να δημιουργήσει. Κρύωσε τότε, όταν είπε πως δεν αγαπά αυτό που ήταν το πάθος και η δουλειά της. Οι λέξεις έκαναν πραγματική αυτή τη μη αγάπη. Ξύπνησε και είδε το βιολί σαν ένα όπλο δεμένο στο χέρι της, ένα ζώο εξαρτημένο απ’ τις κινήσεις και τις αναπνοές της. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και το πέταξε. Ο θόρυβος στο πεζοδρόμιο, το ξύλο που πονούσε, η μουσική που έφευγε μακριά, η συχνότητα του κενού. Πήγε στην Αλίκη για να της το πει,για να της εξομολογηθεί την αμαρτία της μη αγάπης. Μα η Αλίκη ήταν ένα μολυσμένο έντομο, μία οργανωμένη ακουστική συνέχεια, ένα κατασκεύασμα. Γέλασε μαζί της ,την κορόιδεψε , της είπε πως θα της περάσει. Δεν την πίστεψε. Δεν προσπάθησε. Δεν την ρώτησε αν έφαγε και τι σκέφτεται για το μέλλον. Θλιμμένη όσο ποτέ, εξαπατημένη απ’ τη δική της φίλη, πήρε το μαχαίρι και της ράγισε το λαιμό. Της έκανε μια μεγάλη τρύπα στο κέντρο, εκεί που υπήρχε, στις φωνητικές της χορδές. Ύστερα, άνοιξε την ντουλάπα και άλλαξε ρούχα. Φόρεσε το πετρόλ ταγέρ της από την χριστουγεννιάτικη συναυλία. Η βροχή την μούσκεψε στο κεφάλι και τα πόδια. Καθισμένη σε εκείνο το καφέ χαμογέλασε στον σερβιτόρο. Εκείνος κάλεσε την αστυνομία. Είχε δει την φωτογραφία της στο πρωτοσέλιδο μιας ιντερνετικής εφημερίδας. Πριν την συλλάβουν έσκυψε και πρόλαβε να δώσει ένα φιλί στο πιο κοντό του πόδι. Το δέρμα ήταν άτριχο και μύριζε λεμόνι.

όταν ξαναείδε το παιδί να πέφτει από τον πύργο

Πήρε κάτι χαρτοπετσέτες και τις φόρεσε σαλιάρα πάνω από το πουκάμισο με τις δαντέλες. Είχε περάσει τα ογδόντα. Ήταν πια γυναίκα. Δεν της έλειπε τίποτα και δεν είχε καμιά επιθυμία. Αν τη ρωτούσες θα σου περιέγραφε με λεπτομέρειες την καταιγίδα των λευκών πουλιών και τα πρώτα γενέθλια των παιδιών της. Τα λευκά πουλιά είχαν φτάσει στη χώρα πριν 70 χρόνια,την ίδια περίοδο που η Ιταλία είχε προχωρήσει μέσα στο νερό. Τα πουλιά κάθε που μύριζαν καλοκαίρι αυτοκτονούσαν, πέφτοντας με το κεφάλι κάθετα στη θάλασσα. Οι παραλίες γέμιζαν με λευκό, σώματα πρησμένα από το αλάτι και διάσπαρτα μικρά κόκαλα σε λόφους και άμμο, αφημένα πάνω σε στολές δυτών και καθίσματα αεροσκαφών. Μία πτήση με την Ryanair για τα πρώτα γενέθλια της όγδοης κόρης. Ένα παιδί που νοίκιασε σε ένα ζευγάρι στο Δουβλίνο. Μέχρι τα 16 θα έμενε μαζί τους, ύστερα θα έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνη της. “Καλύτερα έτσι.” σκέφτηκε και η χαρτοπετσέτα κάτω από το πηγούνι έγινε κόκκινη. Το πιρούνι γλίστρησε και γέμισε σάλτσα και μακαρόνια ανακατεμένα. Στεναχωρήθηκε για πρώτη φορά έπειτα από 734 μέρες απόλυτης ησυχίας. Η αγαπημένη της φούστα είχε καταγραφεί. Δεν έπλενε τα ρούχα, αγόραζε καινούργια. Με την επόμενη μπουκιά μεταφέρθηκε στο δωμάτιο με τις ντουλάπες. Στεκόταν γυμνή στη μέση του δωματίου. Ψιθύρισε 20 και ρούχα που ήταν της μόδας το 2020 περπάτησαν κοντά της. Ήταν κυρίως πιτζάμες και φόρμες για το σπίτι, βαμβακερά υφάσματα και κολάν γυμναστικής σε γκρι και μαύρο. Μπήκε σε ένα αυτόματα. Σετ πιτζάμες με βελούδινη ρόμπα. Προτού φύγει, είπε την ημερομηνία 1996.Ένα μπουφάν έκατσε στους ώμους της. Άκουσε τη μελωδία και την μιμήθηκε. Η εικόνα άνοιξε. Μία αυλή δίπλα στον δρόμο. Παιδιά και μεγάλοι πετούσαν μέσα σε φουσκωτά κάστρα. Στον πύργο εκείνη η νοικιασμένη κόρη να γελά και να στέλνει φιλάκια. Ένα λευκό πουλί πέφτει στον πύργο της. Έπειτα η εικόνα γίνεται γεύση, γεύση αλατόνερο. “Φτάνει” σκέφτηκε και έγλειψε το αλάτι στη σχισμή,στο στόμα. Το ερχόμενο πρωϊνό υπέγραψε ένα χαρτί. Το χαρτί απαγόρευε να γίνει χρήση της μήτρας της μετά θάνατον. Έκλεισε τα μάτια και πέθανε οριστικά.

τι συμβαίνει με αυτόν τον άνθρωπο που εμφανίστηκε καινούριος και διαφορετικός σε ένα μικρό λοφάκι

δεν ήταν ο σκοπός του, δεν είχε σκοπό. Πώς θα μπορούσε εξάλλου; Αυτός ,ένας που επέστρεφε μετά από τόσα χρόνια. Αυτός που η μάνα του ήταν από το χωριό που το έλεγαν Λαζαρίνα, Φανάρι, Κανάλια ή Μουζάκι. Αυτός που γύρισε πια και είπε να πεθάνει τρώγοντας γλυκά και πίτες, ρίχνοντας τρεις κουταλιές ζάχαρη και γάλα στον καφέ του, καθαρίζοντας κατσαρόλες και τηγάνια. Αυτός που άλλοι έλεγαν πως γράφει ένα βιβλίο για τα μεταφυσικά στοιχεία στη λαϊκή παράδοση και κάποιοι άλλοι έλεγαν πως “ όχι, όχι λάθς ακάμετε. Αυτός δω γράφ’ κάτι για τα βαμπάκια και τ κορίτς π’αγαπούσε σαν ήταν νιος.” Αυτός που μετακόμισε σε ένα χωριό που είχε να επισκεφτεί από το καλοκαίρι των πανελληνίων όταν ήταν ακόμα αδύνατος και μικρός και φοβισμένος και καθόλου έτοιμος για ό,τι θα του συνέβαινε μετέπειτα. Ένα μετέπειτα που όχι μόνο δεν έπεφτε ακριβώς σε αυτό που επιθυμούσε , αλλά ούτε και παραδίπλα, θα λέγαμε πως είχε πέσει τόσο μακριά που έπρεπε να ταξιδέψεις για να το δεις και να πεις “ Αα εκεί είναι.”Και ύστερα να το ξεχάσεις, να αποκτήσεις κακή όραση, να κοιτάς για ώρα προβολείς γηπέδων για να πεις “δεν το κατάλαβα ή αποκλείεται να είναι αυτό. Ας ψάξω καλύτερα. Ποτέ δεν θα ερχόμουν σε ένα τόσο υγρό μέρος.” Αυτός που για χάρη του θα έφτιαχναν το στασίδι του ψάλτη μήπως τυχόν και ήθελε να ψάλει, αρχικά στις γιορτές κι έπειτα το συζητούσαν και για τις Κυριακές, γιατί οι άνθρωποι πίστευαν πως ένας μορφωμένος άνδρας σαν κι αυτόν σίγουρα θα ήξερε να χρησιμοποιεί την φωνή και τη γλώσσα του κατάλληλα. Αυτός που λέγανε πως ήταν πολύ επιτυχημένος ή καθόλου και μέσα στην σοφία ή την απελπισία του επέστρεψε από τα εξωτερικά για να τιμήσει τη μάνα του ή να κλειστεί στον εαυτό του. Κι αυτός τώρα βρίσκεται στο τοπικό παντοπωλείο με ένα μπουκάλι σαμπουάν, να το μυρίζει παίρνοντας βαθιές ανάσες και να ρίχνει το πηχτό υγρό στο πάτωμα , καθώς ο υπάλληλος χτυπώντας του την πλάτη φιλικά ,του υπενθυμίζει πως πρέπει να περάσει από το ταμείο να πληρώσει.

τι έμαθα για την Σουσάνα Σαν Χουάν ακούγοντας αυτά που η Θεοδώρα έβγαλε για ήχους απ’ το στόμα

να γράψω για την Σουσάνα Σαν Χουάν που έζησε μία εβδομάδα στην Fuerteventura. Κυνηγημένη απ’ τον γιο της και χρησιμοποιημένη απ’ τον πατέρα της, φορώντας λευκό τούλι, έχοντας τα μαλλιά σε κοτσίδες, κουβαλώντας ένα πόδι φοβισμένο απ’ το περπάτημα. Την σκόνη έπαιρνε και τη φυσούσε στη μύτη των ονηλατών. Να γράψω για τη Σουσάνα που αγαπούσε την αλυσίδα με το ρόδο στο λαιμό της και έθαβε τα τρόφιμα στην άμμο. “ Να τα βρουν οι σκορπιοί και τα σκουλήκια. Να φάνε , να φάνε , να μην με ενοχλούν. Γιατί έχω τους νεκρούς στην κοιλιά μου. Δεν πρέπει να ξυπνήσουν , πρέπει να είναι χαρούμενοι και χαρούμενοι είναι μόνο κοιμισμένοι. Δεν θέλω φαγητό. Ένα άλογο θέλω να τους χαρίσω για παιχνίδι. Να κόψω την χαίτη, να πιω τα ούρα του και να του μάθω πως πρέπει να πηδάει το φράχτη για να μπαίνει στο όνειρο.” είπε η Σουσάνα και η Fuerteventura της έστειλε ένα άλογο. Το άλογο που είχε σκοτώσει τον Μιγέλ και έτρεχε φάντασμα με σπασμένα πόδια. Το πήρε και το τάισε με μπιμπερό και στις μεγάλες ζέστες το πάντρεψε με την Χουανίτα. Φοβόταν μη ξυπνήσουν οι νεκροί και δεν προλάβει να τους πάει το παιχνίδι. Όμως η Χουανίτα ερωτεύτηκε το άλογο και με βότανο δηλητηρίασε την Σουσάνα. Να γράψω για την Σουσάνα Σαν Χουάν που ταξίδεψε πριν τον ύπνο της και γνώρισε την Άννα που εγώ καλώ Θεοδώρα ένα πρωινό με αέρα και βροχή που η σκόνη σηκωνόταν και έφτιαχνε σπίτια όπως εκείνα τα πρώτα των ανθρώπων, εφήμερα και λασπωμένα. Και η Θεοδώρα της ξεγέννησε τους νεκρούς και της έδωσε να φάει σπόρους και αμύγδαλα. Η Σουσάνα ξέρασε το δηλητήριο , το έκανε πηλό και
έφτιαξε μία μάσκα που είχε μέσα τα όνειρα της Θεοδώρας. Όνειρα που θα έβλεπε σε πολλά χρόνια και είχαν τόση γνώση που θα μπορούσαν να της δώσουν εξουσία, αγάπη και υστεροφημία. Η Θεοδώρα είπε ύστερα, πως από αυτή τη μάσκα θυμόταν μόνο τις εικόνες των αλόγων. Άλογα λευκά, διάφανα, τρίποδα, νεκρά. Άλογα που πετούσαν στον ουρανό ή έσκαβαν τη γη. Άλογα που κρέμονταν από βυζιά και άλογα -πορτραίτα κρεμασμένα σε σαλόνια. Άλογα που κοιτούσαν τον ορίζοντα και άλογα με νούμερα κλεισμένα στα κοντέινερ του τσίρκου. Να γράψω για τη Σουσάνα που δεν μπορούσε να πεθάνει. Όταν κάποιος Χουάν κατέγραψε το θάνατό της, παρέλειψε να περιγράψει την κηδεία. Στον τάφο έβαλαν ένα σκιάχτρο ντυμένο τα ρούχα της. Ο Πέδρο έκαψε τα άλογα ,μήπως μπορέσει να πιάσει τον ύπνο πριν τον θάνατο. Το σώμα της δεν βρέθηκε ποτέ, ολόκληρο ή σε κομμάτια.

τι συμβαίνει όταν σκέφτεσαι ποτάμι και η εικόνα της πραγματικότητας, παραμορφώνει ό,τι καλό σου έφερνε η μνήμη

θα είναι το μέρος που γεννήθηκα ή αυτό που με έφεραν στα 3 ή αυτό που ήθελαν να αφήσουμε πίσω. Ένα ποτάμι, μία γαλάζια όψη, νερό με ψάρια και δέντρα δίπλα σε κολόνες της ΔΕΗ.Ένα ποτάμι που έχει και τις δύο όχθες του με χώμα , που δίνει λάσπη κάθε μου λιώνει, το Μάρτη, κάθε που λιώνει η υπομονή. Το φαντάζομαι ως πρόσωπο που πάει επίσκεψη και ξέχασε να φέρει δώρο ένα μπουκάλι κρασί. “Αγένεια, αυθάδεια, ανευθυνότητα” θα πουν όσοι έχουν ήδη φθάσει και ανάβουν το καλοριφέρ στους 22 για να φοράνε κοντομάνικα και να μην βγαίνουν απ’ το σπίτι. Το ποτάμι που είναι και η εικόνα. Η δική του εικόνα και η αναπαραγωγή των εικόνων. Σε εκείνον τον πίνακα του Giorgione υπάρχει στο φόντο ένα ποτάμι. Η γυμνή γυναίκα πέρασε το ποτάμι και το βρέφος πέρασε το ποτάμι και πήγαν προς την πόλη κι εκείνος ο φρουρός τους έδωσε μήλα και αχλάδια για το δρόμο κι ένα παλτό και τους είπε “καλό δρόμο , να προσέχετε”. Και πήγαν όλα καλά, τόσο καλά που θα ήθελα αυτό να ξέρω για ποτάμι, κανένα άλλο, κανένα άλλο. Μα μου απαγορεύεται πια να αντικαθιστώ την πραγματικότητα και βλέπω πως το μέρος που γεννήθηκα ή αυτό που ήθελα να αφήσω πίσω είχε ένα ποτάμι στην κοιλιά του που χώριζε το έδαφος στα δύο, ανάλογα αν είχες όπλα και εκτελούσες ασκήσεις σε ευθεία βολή ή αν είχες κουρασμένα πόδια και σώμα που βρισκόταν ακριβώς στην ευθεία της βολής. Στον πίνακα δεν ξέρουμε αν το βρέφος είναι ο ζωγράφος και αν η γυναίκα είναι θεά ή Μαντόνα και τι συμβολίζει αυτό το λευκό μαντήλι στους ώμους ούτε τι συμβαίνει σ’ αυτή τη βλεμματική επαφή του φρουρού.Ένα καλοκαίρι θυμάμαι πως έκανα κάποιες ιδιαίτερες σκέψεις για τον πίνακα ,γιατί ήμουν ιδρωμένη και δεν μπορούσα να κοιμηθώ, μα πλέον δε θυμάμαι τίποτα πέρα από τον χρόνο και την αγωνία του ύπνου. Το ποτάμι αναπαράγεται μπροστά μου με ραγδαία ταχύτητα. Δεν είναι πια φύση, του ξέραναν οι σκοπευτές την υγρασία. Το αγόρασαν για σκηνικό σε θέαμα θανάτου. Το ποτάμι το αγόρασε το κράτος, μα δεν ανήκει σε αυτό. Το ποτάμι βοηθά όσους θέλουν να διασχίσουν τα νερά, να δουν τα ψάρια του , να βρουν τις καρυδιές και να περάσουν στην καινούρια τους ζωή.Αυτή που θα’χουν πια το μέρος που γεννήθηκαν ή άφησαν πίσω ή αυτό που έκαναν πρώτη φορά ποδήλατο. Και το ποτάμι θα’ ναι ένα μέσο, ένα σημείο μετακίνησης για να συνεχίσουν στον χρόνο να πηγαίνουν.

όπως είμαι

// Θα έγραφα για εκείνα που οι άλλοι με αγαπούσαν. Θα σημείωνα τα θαυμαστικά στις εντυπώσεις. Θα περίμενα να επιστραφώ ως δώρο. //Το πράσινο φόρεμα είχε σκιστεί στη μέση, το φερμουάρ είχε στραβώσει, το πέδιλο ήταν εκτός μόδας, μα εκείνη κατέβαινε με τα πόδια στην κεντρική πλατεία. Εμείς την περιμέναμε ,γιατί είχαμε ρίξει πάνω της λεφτά και κουπόνια γαλαξία. Η μπλε σκιά είχε λιώσει στην κόγχη και θύμιζε το λάθος πρόσωπο που βάζει μία γυναίκα όταν θέλει πολύ να είναι γυναίκα. Κάποτε είχε κερδίσει διακοπές με ημιδιατροφή στη Σαντορίνη και δούλεψε μία σεζόν στα τουριστικά είδη. Μετά έμεινε με τις θείες της στη Λάρισα που ήταν άρρωστες και λυπημένες. Αγόρασε ένα παπί και πήγαινε τα φάρμακα στις γριές στη Νίκαια. Της έδιναν από ένα ταψί τυρόπιτα και μία ευχή για όμορφο άντρα. Οι ευχές πήγαν στράφι γιατί εκείνη ήθελε έναν άσχημο λουλουδά. Όταν λέμε λουλουδά εννοούμε αυτόν που έριχνε λουλούδια στα σκυλάδικα. Αυτός έλεγε πως άμα τραγουδήσει θα το σκεφτεί για σχέση. Πήρε μία νύχτα το μικρόφωνο και είπε ό,τι ήξερε απ’ τα πανηγύρια. Το κοινό ενθουσιάστηκε. Το νέο όνομα στη νυχτερινή ζωή της Λάρισας ήρθε για να μείνει.Τις νύχτες τραγουδούσε, το πρωϊ πηδούσε τον άσχημο. Οι θείες πέθαναν περήφανες. Φορούσε κολλητά λαμέ, γαλάζια, πράσινα και κίτρινα να φαίνεται, να την βλέπουν καταλάθος. Γύρισε ένα πρωΐ να κοιμηθεί και ο λουλουδάς είχε γεμίσει μαργαρίτες το σπίτι. Τις είχε ξεριζώσει και με τα χώματα τις άπλωσε στο σπίτι. Τον έκανε κρύο μπάνιο και τον έστειλε στο χωριό να βρει τον εαυτό του. Εκείνος απλώς βρήκε πιο πολλούς κήπους για να μαδάει τα λουλούδια τους. Ερχόταν να του δώσει δώρα που αγόραζε απ’ τη μικρή μας πόλη. Γι’ αυτό εμείς την περιμέναμε στην πλατεία και βάζαμε στοιχήματα, τι θα αγοράσει, τι χρώμα φόρεμα φοράει, τι νούμερο παπούτσι, τι πανωφόρι, τι θα φάει και αν θα βρει κανέναν να φλερτάρει. Μαλώναμε ποιος θα την βγάλει φωτογραφία. Όταν έφτασε ζήτησε ένα παιδί να την χτενίσει. Είπε στη μάνα του πως θα το έπαιρνε δικό της. Κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Μας κέρασε γλυκά και άφησε λεφτά στον γλύπτη. “Να με φτιάξεις όπως είμαι άμα πεθάνω” του είπε και του έδωσε φωτογραφία. Το ημερολόγιο της έγραφε // θέλω να πάω εκεί που δεν με μυρίζουν τα σκυλιά. Αυτός θα γιάνει στη θάλασσα. Είμαι για να με τυπώσουν σε σημαία. Θα κατέβω στην Αθήνα//. Όταν την βρήκαν στη λίμνη είχε μαζί της μία βαλίτσα φωτογραφίες. Τις έλειπαν δύο δάχτυλα στο ένα χέρι. Μα κανείς δεν θυμάται ακριβώς τι έγινε το 1982.

δίδυμες

είχε μία κόρη και άλλη μία που ήταν δίδυμη της πρώτης.Δεν είχε λεφτά για το νοίκι κι έτσι έμενε σ’ένα τροχόσπιτο στη λίμνη Κρέιτερ. Οι κούνιες έπλεαν στο νερό. Την τέταρτη μέρα βρήκε δουλειά στα Wendy’s. Στα Wendy’s θα δούλευε για τα επόμενα 37 χρόνια. Οι δίδυμες μεγάλωσαν και στο σχολείο αφέθηκαν στο κατ’εκτίμηση σινεμά.Λένε πως έπαιξαν σε ταινία τρόμου με τη Σέλι Ντουβάλ. Όταν πέρασε η ώρα που προοριζόταν να μείνουν με τη μητέρα τους είπαν ” Φεύγουμε για σπουδές”. Η πρώτη κοινωνιολογία και η δεύτερη μαθηματικά. Τις χαιρέτησε με χαρά και μία σατέν πιτζάμα. Πίσω της ξεπρόβαλε ένας άντρας παχύς και μεγάλος που ήταν εραστής και καθόλου πατέρας. Οι δίδυμες τον είδαν στην αντανάκλαση του διαχωριστικού, υπνοδωμάτιο με κουζίνα. Έπινε ένα χυμό Ocean Spray.Του έδειξαν συμπάθεια τεντώνοντας τον λαιμό τους προς τα πίσω. ” Εμείς δεν θα τον ξαναδούμε.” είπε η δεύτερη κι επανέλαβε η πρώτη.Περνούσαν καλά με τους νέους ανθρώπους που γνώριζαν. Οι νέοι τους φίλοι είχαν τις πιο ενδιαφέρουσες ζωές γεμάτες ανατροπές, λάθη, πτώσεις εταιρειών και χαμένους έρωτες. Εκείνα τα χρόνια είναι που άρχισε να ακούγεται η φήμη πως οι δίδυμες ήταν οι δίδυμες της γνωστής ταινίας.Οι ίδιες δεν το αρνήθηκαν ποτέ και σε λίγο το πίστεψαν με τον τρόπο που ορισμένοι δείχνουν πίστη στο μέλλον. Γνώρισαν εικόνες από κοντά και φαντάζονταν συχνά με άλλο τρόπο ό,τι είχαν ζήσει. Ντρέπονταν που είχαν μεγαλώσει και γι’ αυτό διάβαζαν, χόρευαν, ταξίδευαν και δοκίμαζαν ναρκωτικά με τους ακόμα πιο καινούριους και ακόμα πιο ιδιαίτερους φίλους τους. Ήταν πια πολύ αδύνατες, σήμα πως δεν ανήκαν καθόλου στο παρελθόν τους. Είχαν ένα σκύλο Ρόι και ένα χρυσόψαρο που έζησε 37 μέρες.Στο Μέισβιλ πέρασαν Σεπτέμβρη και Οκτώβρη και καθώς ακολουθούσαν τον αγαπημένο τους Κέβιν σε περιοδεία είδαν το ημερολόγιο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Είχαν περάσει ήδη οχτώ χρόνια και δεν την είχαν επισκεφτεί. Δύο κάρτες το χρόνο κι ένα τηλεφώνημα ” Είμαστε καλά, εσύ;”. Το ραδιόφωνο έπαιζε το true colours , τραγούδησαν “But I see your true colors /Shining through” και η δεύτερη είπε κάτι στο αφτί της πρώτης που δεν άκουσε κανείς. Στην έξοδο έστριψαν για τη λίμνη Κρέιτερ. Η μάνα τους φορούσε τη στολή της και ετοίμαζε το δείπνο.” Ο Λάρυ πέθανε.” είπε , έβγαλε τα πιάτα από το ντουλάπι και τις πρόσφερε φαΐ.

τεχνική

Το πιάνο παίζει μουσική
Ο πιανίστας παίζει μουσική
Η μουσική ηχογραφήθηκε
Για χρήση

Ανακατεύω το σήμα
Που αναλύθηκε σε νότα

Και βρίσκω πως
Αν κάνεις δύο αφτιά λαγού

Τα κορδόνια στέκονται
Δεμένα στη χορδή τους

αν δεν αγαπάς τα ρούχα σου, κάτι συνέβη σπίτι.

-ρόμπερτ φύγε από μπροστά μου.
– είναι νωρίς να πλύνω το αμάξι.
– είσαι ηλίθιος και λιώμα.
– δεν αντέχω να φοράω αυτό το πουκάμισο. Τα πουκάμισά μου δεν αρέσουν σε κανέναν.
-βγάλε λεφτά να πάρεις άλλα.
-σε παρακαλώ παράγγειλε μου ένα πουλόβερ, ένα πράσινο κυπαρισσί και δε θα σου ζητήσω τίποτα το σαββατοκύριακο. Θα μείνω μέσα και θα καθαρίσω τα φωτιστικά , θα βάλω και πλυντήρια.
– τα κάνω καλύτερα μόνη μου.
– είσαι σκληρή καμιά φορά. Δώσε μου κάτι.
– δε θέλω να είσαι όμορφος.
– φοράς τα καλύτερα ρούχα, απαλά , χρωματιστά και μάλλινα, ίσια διπλωμένα, ψεύτικα λες. Δώσε μου έστω ένα δικό σου φόρεμα.
-αυτό αποκλείεται. Δε γίνεται να εξηγώ συνέχεια. Ανήκεις στο σώμα σου και το σώμα σου στο σπίτι και το σπίτι σε μένα και γω θέλω να ντύνεσαι αγόρι κι άντρας και οι άντρες δε φορούν φορέματα.
– Η Τίζυ λέει πως είμαι κατοικίδιο , η Τίζυ λέει πως δεν είναι πια φίλη μου, η Τίζυ δε με φιλάει. Όλη μέρα με’χεις εδώ να περιφέρομαι και η μόνη χαρά που έχω είναι να τακτοποιώ την ντουλάπα. Οι μπλούζες πρώτο συρτάρι , τα παντελόνια διπλωμένα στις κρεμάστρες, τα εσώρουχα στη θήκη.
– ( χαιδεύεται πάνω απ’ το εσώρουχο) Ναι. Μου λείπουν τρία λευκά. Πες μου πού είναι;
– Διπλωμένα στη μέση και μετά γωνία με γωνία , πατημένα στο λάστιχο να χωρέσουν το ένα πάνω στο άλλο, να μην περισσεύει τίποτα. Το στρώμα σου είναι το πτώμα μου , αλλά έχω τα σεντόνια καθαρά.
– ( βγάζει τα ρούχα)τι όμορφος στο πρόσωπο…. Μόνο μελαγχολία
– δώσε μου…σε παρακαλώ
– δεν μπορείς να απαιτείς. συμφώνησες.
-( βγάζει το πουκάμισό του) είναι απαίσιο.
-σου έμαθα να ζεις μέσα στους ανθρώπους κι όχι ζώο κυνηγημένο που φοράει πέρλες ξημερώματα στις εθνικές και που πηδάει όποιον.
-μου είπες εδώ θα είνα ωραία ,θα είμαι εγώ , αλλά θα ζω όπως οι άλλοι. Αυτό το όπως οι άλλοι μου κόλλησε , έλεγα εγώ ναι μπορώ να πάω, μπορώ να ζήσω να φανώ όπως οι άλλοι…
-( παίρνει το πουκάμισο απ’ το πάτωμα το φοράει) κι αυτό σου έδωσα και θα πρεπε μέχρι το θάνατό σου να με ευχαριστείς.
– ποτέ. λάθος. όλα λάθος.
– εγώ σου βρήκα τη δουλειά.
– εκείνοι με μισούν.
– δες πόσο όμορφο δείχνει το πουκάμισο σε μένα.
– άσε με να πάω στην Τίζυ.
– ( τον πλησιάζει και βάζει το χέρι της μέσα από το παντέλόνι) ορίστε το λευκό μου εσώρουχο. Εσύ τα πήρες.
– μη, σε παρακαλώ.
– τι είπαμε πως κάνουμε αν κλέβεις;
– η Τίζυ θα φύγει από την πόλη. Θα γυρίσω, στο υπόσχομαι. Θα είμαι πίσω για το μεσημεριανό.
-τι είπαμε πως κάνουμε αν κλέβεις;
– σε παρακαλώ.
( Αυτή φέρνει μία καρέκλα κι ένα σχοινί. Ο Ρόμπερτ κάθεται. Κοιτάει την αυλή. Τον δένει σφιχτά. Απομακρύνεται. Τον κοιτά. Φεύγει από το δωμάτιο. Επιστρέφει σε λίγο κουβαλώντας μία λεκάνη βρεγμένα ρούχα. Τα πετάει πάνω του. Ο Ρόμπερτ τα μυρίζει.)
– Στη θέση τους στεγνά,σιδερωμένα, καθαρά. Φυσικά, αφού ξελυθείς. Έχεις τρεις ώρες περιθώριο.
– εντάξει. Είσαι καλή όμως εσύ και θα πας μετά στην Τίζυ να πω ένα γεια, να την αποχαιρετήσω.
– Ρόμπερτ είσαι ηλίθιος. Η Τίζυ έφυγε πριν πέντε χρόνια.
( Του πετάει ένα πακέτο χαρτομάντηλα και φεύγει. Ο Ρόμπερτ δαγκώνει με τα δόντια του το σχοινί.Δεν μπορεί να φτάσει τα χαρτομάντηλα. Έχουν πέσει στη λεκάνη. Σκουπίζει τη μύτη του σε ένα σεντόνι.)