σύρε/τράβα/ σπρώξε/πήδα

“κούνα κάτω από το τραπέζι το παιχνίδι της γάτας.” είπε η Όλγα και έβαλε τη ροβέντα στην πρίζα. Έκανε ένα συμφωνικό θόρυβο, τα πίσω όργανα αυτά που κανείς δεν παίζει. Είχε να ψάξει ένα λάστιχο κήπου και να πλύνει τις βεράντες με ακουαφόρτε. ” Μην σκέφτεσαι τόσο πολύ, έχεις ωραία δόντια εξάλλου”. Είπε στην Ριρί που ξεφύλλιζε ανατομίες εντόμων κι απ’ το ζόρι έκλαιγε το ένα της μάτι. Η Όλγα επιθυμούσε να δούλευε ακόμα σ’ εκείνα τα κέντρα γύρω απ’ το αεροδρόμιο. Εκεί, οι γυναίκες χορεύουν με νυφιάτικα τούλια και μπλαζέ ματ σκιές. Κανείς δεν τις αγγίζει, μόνο τις παρατηρούν. ” Με θαύμαζαν” έλεγε η Όλγα. Άνοιξε τα πόδια τραβώντας τη φούστα και κατούρησε το χορτάρι που απορροφούσε ό,τι είχε να αποβάλει, ό,τι μπορούσε να του δώσει σε προϊόν, ό,τι βγήκε για μοίρασμα από εσωτερικά όργανα. Οι πρώτες αγάπες, οι πρώτες ανάγκες. Τότε στα 1884 η Ριρί έμαθε τις οικογένειες των πολυφαγίδων και των κρυπτοκερκιδών. Στα 1885 η Όλγα χάρισε αυτά που είχε απ΄το μπαμπά σε κάτι ερωμένους, σε κάτι φίλες. Και πήδηξε σε μία καρότσα συρόμενη στα σπασμένα φλιτζάνια και στις μάχες της επόμενης ιστορικής κατασκευής.

σπίτι κυρίως και σώμα

Θα ‘θελα να είχα ένα σπίτι που να ήταν σώμα. Το δικό σου. Ή να μην είχα ποτέ μία κόκκινη σκεπή πάνω απ’ τα μυαλά μου ούτε ένα δόντι σβηστό στο τασάκι. Ό,τι πεθύμησα αντικαταστάθηκε από κουρτίνες ιβουάρ. Ό,τι αγνοούσα επέστρεφε για μαξιλαροπόλεμο τα δευτερότριτα. Μπορούσα να έχω χωρίς να πετάω ονόματα σε τοίχους και να τηγανίζω αβγά; Ήταν αληθινή η κρέμα για εγκαύματα. Έτρεξα το φανταστικό μου σπίτι να προστατέψω. Άπλωσα σ’ όλες τις τρίχες σου ποσότητα. Είχαν το μέγεθος μίας καρφίτσας. Το δέρμα ανακάλυπτε το σπίτι. Άνοιγε πόρτες , έκλεινε βλέφαρα, στοιχιζόταν για το χάδι. Εκείνο που δεν βλέπω γίνεται διάγραμμα μαθημάτων κι ας φώναζε η Τζένη πως οικονομία είναι να μαθαίνεις γρήγορα το μέλλον απ’ τους άλλους. Δείχνοντας ευγένεια στην ιδιοκτησία μπορείς να φτάσεις στο νησί που έχει ζωντανούς για ανθρώπους. Εκεί το σώμα σου βρίσκεται στη θέση του, στο σπίτι. Σε μυρίζω απ’ την εξώπορτα χωρίς προσφορά λεμονιών και λάρυγγα. Κι έτσι πιο ωραία σε καταπίνω, σάλιο από τα κάτω.

υπόθεση/αδύνατη

Να συγκεντρωθείς στη ζωή
Αδύνατο
Όταν όλα αφηρημένα
Όταν τα παπούτσια στο κρεβάτι αόριστα

Λέμε ότι είναι παρουσία
Να φαντάζεσαι την υλικότητα

(Να είσαι συγκεκριμένη.
Να μην τρως.
Να παρακαλάς.
Να προφέρεις τα σύμφωνα.)

Στο Ελ Σαλβαδόρ μία γυναίκα
Θα σάπιζε
Γιατί γέννησε νεκρό το μωρό του βιασμού

Το Ελ Σαλβαδόρ τόσο εξωτικό
Τόσο εσωτερικά καθολικό
Φέρνει κοπριά στο στόμα
Ένα πορτ μπεμπέ
Τυλιγμένο έντερα

Μία αδυναμία ονόματος
Το πρόβλημα
Που δεν συλλαμβάνεται
Εμείς.
Η περιφέρεια κοσμικής ζωής
Η ζωή.
Αυτή που συμβαίνει στη μύγα
Στο πιάτο σου.
Καθώς προσπαθείς
Να καταλάβεις.
Ο κόσμος συμβαίνει πιο
Εκεί.

Photo :Fabiola Cedillo, de la series, Los mundos de Tita.

Γκρέις/ σε βλέπω

( Η ζακέτα της είχε έξι κουμπιά. Μετά έμειναν τέσσερα. Έδειχναν μια τουλίπα σε μαρασμό.)

Αυτή που συμπαθώ & για την οποία γράφω αυτή την ιστορία είναι η Γκρέις. Η Γκρέις δουλεύει 9 με 7 από Δευτέρα έως Σάββατο στα ΜακΝτόναλντς του Σκεγκνες. Την βλέπω κάθε μέρα τις τελευταίες πέντε εβδομάδες.Πριν πάει στη δουλειά, αφού δέσει τα κορδόνια της, προτού ανεστενάξει στα σκαλιά.

( Πίνει ανάμεικτο χυμό. Πίνει ό,τι απόμεινε στο φιλοδώρημα.)

Η Γκρέις έχει συχνά το πόστο της ταμία. Φορά τη στολή , γκρι πουκάμισο , γκρι παντελόνι, αθλητικό νάικ με αερόσολα. Το μεγάλο σώμα της στέκει απέναντι στον καθένα έτοιμο για κάθε πρόκληση. Κάθε παραγγελία και καημός. Πάνω της αντανακλώνται οι ελλείψεις σε φαγητό κι αγάπη και κατανόηση και θλίψη.

( Τι μάτι κι αυτό αρρωστημένο. Γαλάζιο χημικό. Παραλίγο να πνιγεί στο δάκρυ.)

Η Γκρέις έχεις αυτό το πρόσωπο που δεν περιγράφεται. Αυτό το χωρίς περιγράμματα οβάλ. Ο λαιμός της, δύο γροθιές σε διαστολή, ετοιμοπόλεμος. Κάποιος μπορεί να
σκεφτεί πως μοιάζει με απεικόνιση γυναίκας σε αναγεννησιακό πίνακα. Ραφαήλ ή Μποτιτσέλι (αυτά δίνω ως επιλογές.)

( Τρεις λεπτές φέτες. Πως λέμε δέρμα)

Στα ρεπό της κυκλοφορεί με παντόφλες και ριγέ ροζ κάλτσες έξω απ’ τις καντίνες και τα μπίνγκο. Χαμογελάει και κάπως έτσι έμαθα πως έχει κενό στα μπροστινά της δόντια. Ένα κενό για το οποίο θα έβαζα υποθήκη το υποθετικό μου σπίτι.

( Άνοιγμα. Η ευκαιρία να χωθείς μέσα στο σώμα. Μία καλή κρυψώνα θα βρεθεί για σένα στο συκώτι.)

Το σώμα της χωρίς τη στολή είναι πιο χαμηλό. Γέρνει προς τη γη. Είναι ένα σώμα που πονά. Η μέρα του ρεπό είναι η μέρα που επιτρέπεται να εκφράζεται συναισθηματικά.

( Απομένει αυτό που την κατήγγειλε στη μέρα.)

Δεν μιλάει ποτέ η Γκρέις. Το όνομα της το έμαθα τυχαία όταν χτες μια παρέα με δεκαεπταχρονα κορίτσια την φώναξαν έτσι. Γκρέις.

( Ένα όνομα έχει μόνο ήχο. Έπειτα γινόμαστε η ερμηνεία του.)

Έτρεξαν προς το μέρος της. Της πήραν τις παντόφλες, την έφτυσαν, της γέμισαν το πρόσωπο αμυχές. Άρχισαν να βρίζουν την Γκρέις πως τάχα είχε κάποιο γκόμενο παρατήσει ή αγαπήσει ή εξυπηρετήσει που ήταν φίλος ή γνωστός ή κάποιος που θα ήθελαν δικό τους.

( Οι διαζεύξεις είναι για τα αντικείμενα
Κι εμείς είμαστε τα πιο γυαλιστερά.)

Η Γκρέις άχνα δεν έβγαλε. Όταν την άφησαν έσκυψε να βρει τα σκουλαρίκια της. Δύο κρίκους ψεύτικους απ’ το πανηγύρι. Δώρο ήταν όμως, από αδερφή.

( Λερωμένοι στη στάση. Είχε πάλι ένα ζευγάρι αφτιά.)

Το επόμενο πρωί η Γκρέις πήγε στη δουλειά ντυμένη μία στολή από ξανθιές τρίχες.

( Υπήρξε επαφή με τις παλιές τις συναδέλφισσες.)

Η Γκρέις πόζαρε και πάλι μετά από 532 χρόνια και ως πληρωμή ζήτησε από όλες τις Αφροδίτες, τις Σωσάνες , τις Μαντόνες να την βοηθήσουν να εκδικηθεί. Όλες μαζί ξερίζωσαν τα μαλλιά των κοριτσιών.

( Λευκές και κόκκινες βούλες επικράτησαν στα κρανία)

Όπως μαθεύτηκε αργότερα τα κορίτσια έβγαζαν λεφτά ανεβάζοντας βίντεο με ξυλοδαρμούς άλλων γυναικών.

Η Γκρέις έβγαλε τη στολή των ξανθών μαλλιών, έβγαλε τη στολή γκρι πουκάμισο , γκρι παντελόνι κι άναψε μία φωτιά που καίει μέχρι εδώ. Θα την καλέσω να βγούμε για φαγητό στο δικό μου ρεπό.

( Μάσηση/ κατάποση. Ευχαριστώ. Θέλεις κι άλλο;)

αυτά τα φτηνά μαγαζιά για εργατικούς

αυτές οι τρύπες της τάξης

οι εκσκαφείς παραλίας σε κίτρινο

και μπλε

τα καπέλα και οι παντόφλες

με των ένα

οι ψημένες επιθυμίες

οι γινωμένοι ρεαλισμοί

κάποτε θα λένε συχνά

“ο καθείς κι ο καπιταλισμός του”

η ψευδαίσθηση

είναι η ονειρική σπατάλη

η συνεχιζόμενη αγορά

how much does it cost?”

oh, it’s too expensive”

και

η προσπάθεια να ανοίξεις

το χέρι

να σε βρει

το νεράκι του θεού

την ώρα που περνάς

μπροστά απ’ το ταμείο

 

 

ανάμεσα στο καλάμι ψαρέματος

και τις πρίζες

έχω την επίσκεψη

της ερωτικής δράσης

να τρέξω μακριά

να βρω μαντήλια

για εργατικούς

να δέσω στο δρόμο

να βρεθώ μαζί με

να πληρώσω εισιτήρια

να ναυλώσω πλοία

 

 

μα έπειτα έρχεται

η λιτανεία μιας πλαστικής έκπτωσης τιμής

ένας

οδηγός κηπουρικής

για σώματα

και πάγους

 

 

μία υποσχόμενη μυθολογία χρυσής τομής

και ούτε ένας Έλιοτ

σ’ αυτά τα φτηνά μαγαζιά για εργατικούς

να πουλήσει ένα λινό, λευκό φόρεμα

στον Καβάφη της αρχικής μου σελίδας

που δίνοντάς του τη σακούλα

με το λογότυπο μίας αρχαίας οικογενειακής επιχείρησης

θα τον φιλήσει λέγοντας

πως αυτός τον αγάπησε πολύ

και πως εκείνος ξέρει πως

είναι για πάντα εραστής του

και να προσέχει τα αγόρια του

όσο τη διατροφή του

και πως αν το μαγαζί αυτό κλείσει

θα έρθει σίγουρα να τον βρει

στην Αλεξάνδρεια

που ως Καβάφης δεν μπόρεσε

ποτέ του να γνωρίσει

επειδή οι πρωτοπορίες με πειράζουν

επειδή οι πρωτοπορίες
μού έχουν πειράξει
το μυαλό περισσότερο απ’ τη ζέστη

μία κίνα αναδιαμορφώνεται
ανά τέσσερα εργοστάσια

τα δισέγγονα του Γκάλυ Γκάι
θα μου κάνουν παρέα
και τις είκοσι τρεις ώρες
που κρατάει το φως

πώς μπορείς να βγεις ραντεβού
με νεκροκεφαλή ταιζοντάς την βερύκοκα και κεράσια
και παγωτό στέβια

πώς εγκαταλείπεις λογοτέχνη
για να πας κολυμβητήριο

οι βλακείες έχουν οριοθετήσει
τον ιστό μου
μέχρι να φωνάξω παραδίνομαι
και να γίνω Οιδίποδας στο ΑΧΕΠΑ

τα κούριερ μεταφέρουν θάνατο
η Λέλα και η Λίλα επιτέλους σταμάτησαν
να ψηφίζουν

αν μιλούσα για το βιολογικό φύλο
του λιβαδιού
θα αντιστεκόσασταν

κάτω από τις αποβάθρες
συμβαίνει φόνος
ή οργασμός
ή απάνθισμα καρπουζιού

προδίδω αρσενικές εικόνες
προς τα κοκτέιλ πάρτυ των αρσενικών επιβολών

θα ‘πρεπε να είναι γνωστό πως
αν είσαι γριά
και φροντίζεις μία πιο γριά
μία πιο γριά που τυχαίνει
να είναι μάνα σου
θυμάσαι πως στον τάφο καβάλα ξεγεννάμε
κι έτσι καβάλα στον τάφο ξεγεννιόμαστε
καθώς είναι η μέρα που μαζεύεις τις κουβέρτες
στο πατάρι
και μία σου ταιριάζει να μπει καβάλα μέσα
στον τάφο
η μέση σου πονά/ έχεις ακράτια
δεν βλέπεις τη μάνα σου πουλί
τα σκατά της είναι τόσο ανθρώπινα
και λες πως έφτασε η στιγμή να ξεγεννήσεις
αυτό που μέρα με τη μέρα ροκανίζει
τα πόδια των αλόγων
για να σε ρίξει στην αρχή
πρώτο κεφάλαιο: πώς και γιατί γεννιέσαι; πώς και γιατί σκοτώνεις;

χλωρίδες στο λαιμό σου

βιολίστρια χωρίς το βιολί μου
κλινοσκεπάζομαι
ημέρες, σταλινικές περσόνες
εξασκώ το σάκο
στο τόπο κτήμα ερεθισμάτων
χαλκεύοντας μία στραμπουλιγμένη
αισιοδοξία που δε μου πάει
κι ούτε στο στερνό
παιδί μου πάει
με τα μπαρμπούνια
και τις φαρίν λακτέ ελληνικής ομοιόστασης
 
πενθώ το βάρος
αυτού που κάποτε
υπήρξε η τέχνη μου
το ξύλο και η σανίδα σωτηρίας μου
 
κάνω πρώτο παγκόσμιο πόλεμο
στο λαιμό σου
σκορπίζοντας τα γιάντε βίνε
όπως με σκορπάω
όπως με βρίσκω
να σε τρώω
στις μεγάλες σου εξάψεις
ανθισμένο
και να ξεχνώ το δοξάρι
το καθυστερημένο δόρυ
 
ο λαιμός σου είναι ματωμένος

ο μύθος των παιδιών που ανταλλάσσουν γέλιο

Θα έβαζαν τα παιδιά μέσα στο χώμα. Όλη τη νύχτα τα σκεπάρνια δούλευαν. “Όχι εδώ, πιο κάτω” , “ πιο δεξιά”, “ δώσε μου φως”, τέτοιες κουβέντες έλεγαν κι έσκαβαν πιο γρήγορα απ’ τη σκέψη τους. Το ξημέρωμα έβγαλαν τα πουκάμισα και δένοντάς τα τύλιξαν γύρω γύρω τα παιδιά, να μη χαθούνε είπαν, να πιάνονται απ’ τους κόμπους και να αισθάνονται πως είναι μαζί, αν είναι μαζί όλα θα γίνουν, θα λειτουργήσει, θα βρούνε τρόπο . Ένα ένα με προσοχή με βελούδινες μάσκες βερυκοκί στο λαιμό κρεμασμένες και χτενισμένα μαλλιά τοποθετούσαν τα παιδιά στο λάκκο. Εκείνα ούτε μουρμούριζαν , ούτε έφερναν αντίρρηση, μονάχα ρωτούσαν πότε θα φάνε κι αν έχει παγωτό μετά το παιχνίδι. “ Σοκολατοφράουλα μπισκότο , θέλω και πουράκι” έλεγε το ένα και το άλλο μασούσε τις μύξες του παρμένο ακόμα απ’ τον ύπνο. Χώρεσαν με τριμμένους ώμους και μια υγρασία σεντόνι τριγύρω. Οι μεγάλοι στέκονταν από πάνω, κοιτούσαν μέσα κι έκλαιγαν. Δάκρυα γέμισαν και φούσκωσε το χώμα , έβραζε λάσπη και ούρα. Τα πουκάμισα μαλάκωναν στο οξύ κι ύστερα σκλήραιναν κι έμοιαζαν με σώμα σε ακαμψία ή ηθελημένη παραίτηση. Τα παιδιά άνοιγαν τα στόματα και ούρλιαζαν “ Βικτόρ, παγωτό, Βικτόρ” ή “ Είσαι κακός Βικτόρ , ποτέ σου δε με τάισες.”. Ύστερα, κάποια έφαγαν το χρώμα απ’ τη μάσκα τους και σώπασαν. Άλλα κυλίστηκαν στο λάκκο και αποφάσισαν πως είναι το νέο τους σπίτι κι ας είχαν αφήσει το πρόβατο Κλο στο παλιό. Ερχόταν το φως και πάλι έφευγε απ’ τη σκιά που έκαναν τα πρόσωπα κοιτώντας. Ήταν άλλα πρόσωπα, πρόσωπα μάσκες που είχαν φτάσει τώρα. Οι μεγάλοι δε φαίνονταν πουθενά, είχαν πουληθεί πια στο δάσος. Τα νέα πρόσωπα έφερναν μαζί τους κάτι που τα παιδιά δεν είχαν γνωρίσει. Όταν ένα από αυτά έσκυψε στο λάκκο, άκουσε ένα μακρόχρονο ω να αντηχεί, ήταν το αίσθημα του θαυμασμού που μόλις είχε προκαλέσει. Έπειτα τα χείλη τους μαράθηκαν κι άνθη κατρακύλησαν απ’ το βουνό, άνθη που έλιωναν και κολλούσαν το κεφάλι στο χώμα μέχρι αυτό να σταματήσει την προσπάθεια πτήσης . Τρία παρέμεναν ζωντανά ,δίχως να κοιτάνε τις μάσκες πρόσωπα ,έκαναν τα πηδήματα του βατράχου και τα κακαρίσματα της κότας. Με αυτά τους τα φερσίματα ικανοποίησαν τα νέα πρόσωπα που γέλασαν και γελώντας απόφαση πήραν να κρατήσουν τα παιδιά αυτά ως διασκεδαστές και δείγματα του μακρινού ταξιδιού. Τα παιδιά μεγάλωσαν σε σύστημα ανταλλακτικής οικονομίας κι έτσι, καθώς τίποτα δεν είχαν και τίποτα δε μπορούσαν να παράγουν έλεγαν την ιστορία του Βικτόρ που ήταν για αυτούς ο μέγας παγωτατζής και αδελφός θανάτου. Μαζί με τις μιμήσεις των ζώων και τις αναμνήσεις του λάκκου αντάλλασσαν αυτά που το σώμα ανέπλαθε σε εικόνα. Οι κάτοικοι τούς αναγνώριζαν με το όνομα “ αυτοί που ανταλλάσσουν γέλιο.”

μεσημβρινό

όταν σηκώνεις

και γλύφονται

οι φτέρνες

στα στενά Λίβερπουλ με Λεύκτρα

οι ιδιωτικές συμφωνίες

περιχάραξης τίθενται

υπό κατ’ οίκον περιορισμό

το αδερφάκι προβατάκι

και η χαρά

προχωρά το νεύρο Έλιοτ

διαστρωμάτωση αγαθών

ανάλογα με την εμπειρία εργασίας

τρία κιλά αλβανικές τομάτες

πάρ’ τες και το λήξαμε

είναι αρκετά

για την ολοκλήρωση

το προφίλ σου σκύβει

στο κορίτσι λυγίζει σίδερα

που γίνομαι όταν

εξελίσσεται η αφήγηση

θέλω μέσα της να μπω

και ήδη συμβαίνω

θέλω πλάι να έχω το κουτί

“κοίταξε τι ωραία που τα κάνω”

θαύμασε την ιδιότητα

να σπάω σίδερο φτέρνες

όγκους επί πτωμάτων

κι ύστερα να εξαντλούμαι

στο φωτοτυπικό μηχάνημα

έχοντας ήδη καταλάβει

πως επαναλαμβάνομαι

ταυτόχρονα με την παρουσία

της φαντασίας δάφνης

ή της επιφάνειας νίκης

που γυμνώνεται στις άκρες

από περιπέτεια

που ανοιγοκλείνει στόμα

από περιέργεια

ώστε σε κάποιον ήλιο

με όνομα σκύλου

να έχω δικαίωμα προβολής

στον χάρτη σώμα

την ηλεκτρονική θυρίδα

που φυσική πνοή

αναγνωρίζει μόνο

το ανθρακικό σου αποτύπωμα

βρισκόταν στον έκτο

Κάτοχος τρελής αγωνίας να περπατήσω μέχρι το σπίτι, με ένα κορίτσι που είναι τρυφερό γιατί γέρνει ο λαιμός του ή που γέρνει ο λαιμός του γιατί είναι τρυφερό κι ένα κορίτσι που απομακρύνεται για να ανακαλύψει την καλλιτεχνική φλέβα του νόμου. Το δεύτερο κορίτσι θα φύγει μακριά απ’ το σπίτι σε μέρος που η πόλη δεν διαθέτει χαρακτηριστικά που την κάνουν αναγνωρίσιμη. Το πρώτο κορίτσι θα μοιραστεί τη διαδρομή, ενώ φωτογραφίες αλλάζουν το τοπίο κι εμείς περπατάμε σημειωτόν για να καθυστερήσουμε το τέλος. Όλα συμβαίνουν σε μπάνιο πλήρως ανακαινισμένο. Οι μάστορες αποφάσισαν να βάλουν τα γυαλιστερά πλακάκια μόνο στο πάτωμα κι όχι στους τοίχους , οι οποίοι παρέμεναν σοβατισμένοι και λευκοί, ενώ η λεκάνη κι ο νιπτήρας βρίσκονται στα 89 βήματα εκτός του μεγάλου δωματίου σε μια τετράγωνη ντουλάπα. Αυτή η νέα τεχνική αποτελεί πρωτοπορία στην τέχνη του μπάνιου που ανανεώνει τις συζητήσεις πάνω στο ζήτημα των σωματικών αναγκών. Σε τι επηρεάζει η απομάκρυνση της λεκάνης την ούρηση και την αφόδευση; Πώς μπορεί η όσφρηση να αποκλειστεί από τον χώρο του μπάνιου; Θα υπάρχουν ακόμα ιδιωτικοί λυγμοί; Γύρω από αυτά τα ερωτήματα θα δημιουργηθούν φόρουμς όπου θα ξεκινήσουν οι πολιτικές τοποθετήσεις και η ανταλλαγή επιχειρημάτων. Θα ξεκινήσουν αφού φύγουμε από μέσα του, αφού φτάσουμε στο σπίτι. Έχει πάρτυ στο νέο μπάνιο. Οι μάστορες περιμένουν κρυμμένοι κάτω από τον dj σε αλουμινόχαρτο. Φορούν σαλοπέτες και μάσκες ύπνου. Διαβάζουν ο ένας στον άλλο την καταγωγή του μπάνιου. Όταν βαριούνται κάνουν σεξ, το ένα με το τρία , το τρία με το δύο και το ένα πάλι μόνο του. Οι υπόλοιπες περνάμε υπέροχα στο πάρτυ. Είμαστε φαραώ, δελφίνια, μάγισσες. Χορεύουμε πάνω κάτω, ώστε να κουραστούμε κάποτε και να παραχωρήσουμε στους μάστορες τη θέση μας. Αυτοί έχουν έργο να ολοκληρώσουν, μία ιδέα , ένα πλάνο για την επόμενη δεκαετία, μία επένδυση στο μέλλον. Το κορίτσι που είναι τρυφερό και γέρνει το κεφάλι του έχει δεκατρείς εμπνεύσεις το λεπτό και το κορίτσι που ανακαλύπτει την καλλιτεχνική φλέβα του νόμου βγάζει απ’ τα παπούτσια της έντεκα διαφορετικούς τρόπους υλοποίησής τους. Αν προσθέσεις τους συνειρμούς μου για το ζήτημα της αιμομιξίας στις αναγεννησιακές κοινωνίες και τη Θεοδώρα που αποτελεί ως φυσικό πρόσωπο καλλιτεχνική διεργασία έχουμε την δυνατότητα να ανταγωνιστούμε τους μάστορες για την επικράτηση στο μπάνιο. Αποφασίζουμε πως αυτό είναι καλύτερα να συμβεί μία άλλη φορά και υποσχόμαστε να επιστρέψουμε κολλώντας λίγο σάλιο στα μέτωπά μας. Ο ήλιος είναι πια ψηλά και στόχος αυτής της νύχτας που διαλύθηκε στην απόλαυση είναι να φτάσουμε στο σημείο όπου ξεκίνησε η καθεμιά. Οι γείτονες μας κοιτούν με περιέργεια. Δεν μπορούν να καταλάβουν τι συμβαίνει στα σώματά μας. Κασσάνδρου με Αγ. Σοφίας γωνία εμφανίζονται οι μάστορες στα γόνατα παρακαλώντας. Θέλουν να επιστρέψουμε στο μπάνιο για να στηρίξουμε τη θεωρία τους. Χωρίς εμάς είναι χαμένοι. Η πρωτοπορία στην τέχνη του μπάνιου θα καταστραφεί. Μας προτείνουν λεφτά κι άλλα λεφτά και μας ζητούν συγγνώμη. Λένε πως πρέπει απλώς να μείνουμε στο μπάνιο. Καμία άλλη υποχρέωση, καμία πια δουλειά και στα συμβόλαια το γράφουν πως θα χουμε πολλά λεφτά. Ποτέ τους δεν κατάλαβαν πως ήταν αδιάφορη αυτή τους η απελπισία. Το μπάνιο χάθηκε την στιγμή που κατεβήκαμε τη σκάλα. Η σκέψη πως θα μπορούσαν να μας αντικαταστήσουν ήταν εξ’ αρχής λανθασμένη. Τους κεράσαμε ένα παγωτό για να ξεχαστούνε λίγο και τους προτρέψαμε να πάνε σύντομα για ύπνο σαν κι εμάς. Έφυγαν συρρικνωμένοι, η λύπη τους έκανε 1,10. Μα τι μπορείς να κάνεις σε αυτές τις περιπτώσεις; Οφείλεις να ακολουθείς ένα πρωτόκολλο αισθηματικό, ένα γκανγκστερικό παιχνίδι.