και τώρα εγώ που/ μέσα σε σπίτι / που

και τώρα εγώ που
μέσα σε σπίτι
που

καιρός για επαναλήψεις
πρόσεχε όταν
αρχή πρότασης και τέλος

ενδιαμέσως του σχήματος
μία μύτη, ένα μπράτσο, μία πλάτη

μπορεί να αφαιρεθεί από τον κατάλογο
παραλία και ουζάκι
καλοκαίρι που φοράει εαυτό

ο κ. Γκλουκ από παιδί ήδη γέρος
θυμάται σώμα γυναίκας με σουβενίρ
πολεμικά αεροσκάφη με πάστα αμυγδάλου
ένα μπλε με καράβι και πανί
ίσως όχι

από μνήμης φτιαχτά
το σπίτι που
μέσα σε ποδόγυρο και πένθος

τρύπα τακουνιού
σκουλήκι στο χώμα
η δική του ουρά

βγαίνει από τα κάτω
σπίτι που
σέρνει εμένα σέρνεται
το ακανθώδες κύτταρο

ιός χρωματιστό ύφασμα
αναπαραγωγή
σχήμα
ανάπαυση
μέσα σε θάνατο
σπίτι που

(εγώ οργανώνω επιτήδειες αρχές)

μπορώ να θυμάμαι ένα ζευγάρι παπούτσια Πέμπτη απόγευμα

σε δύο πρόβες τίποτα, το κείμενο λέει ,κοιτάξτε με, όλες οι λέξεις λένε, κοιτάξτε με, μπορώ να το κάνω, μπορώ να πω αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ ακριβώς και μπορώ να τα αλλάζω, μπορώ να θυμάμαι ένα ζευγάρι παπούτσια Πέμπτη απόγευμα , ενώ το μάτι που παρακολουθεί πιστεύει πως μιλάω για θάνατο, ενώ εγώ πραγματικά μιλάω για τα παπούτσια, τα παπούτσια της είχαν μία αγκράφα που έδενε πάνω από το μετατάρσιο, ήταν φαρδιά εκεί που συνήθως βρίσκονται τα δάχτυλα και κάλυπταν ένα κοκαλάκι που μοιάζει με πλανήτη και λέγεται αστράγαλος. Ή τα παπούτσια στέκονταν πίσω από την πόρτα. Γεμάτα λάσπη και χτυπημένα στην φτέρνα, μύριζαν ιδρώτα και πόδι με πληγές και πύον. Το φως πάνω στο δέρμα τους άλλαζε. Στο δωμάτιο υπήρχαν άνθρωποι, άνθρωποι που περπατούσαν και χειρονομούσαν και μιλούσαν για το τέλος της σχέσης. Πώς θα παίξουμε; Πώς θα μάθουμε τα λόγια; Ο χαρακτήρας μας είναι ένας; και τα παπούτσια άκουγαν γνωρίζοντας πως κάποιος θα τα επαναφέρει στη μνήμη του και θα μιλήσει για αυτά. Θυμάμαι τον χρόνο που το κείμενο παραμένει ενιαίο και τον χρόνο που εγώ το κομματιάζω υποθέτοντας πως τα πρόσωπα μπορούν να εννοούν κάτι άλλο, γιατί τα πρόσωπα μπορούν να μιλάνε άσκοπα, γιατί οι άνθρωποι μπορούν να σχετίζονται με την κίνηση ενός στήθους ή το σπάσιμο ενός νυχιού και η λέξη «άγχος» ή « κρίμα» να είναι περιττές. Και το νόημα να υπάρχει στην ακινησία πριν το: σε παρακαλώ/ μην με αφήσεις/ θα πεθάνω/ θα πέσω από το παράθυρο/ θα βγω με βρεγμένα μαλλιά στο δάσος/ θα καλέσω τις μάγισσες/ θα θυσιαστώ/ θα κάψω το σπίτι μου/ θα ρίξω την φρυγανιέρα μέσα στο λουτρό μου/ θα δω τι κρύβει το δέρμα μου από κάτω/ θα τρώω καλεσμένη σε φίλους μέχρι να σκάσω/ θα πίνω στα μπαρ μέχρι να πνιγώ από τον εμετό μου/θα κρυφτώ στην ντουλάπα σου/ θα γίνω φάντασμα/ θα σε τρομάξω μέχρι θανάτου. Και τα παπούτσια στις δύο πρόβες γίνονται νεσεσέρ και βάζα και μωρά, καθώς το κείμενο λέει κοιτάξτε με, δεν μπορώ να το κάνω, δεν μπορώ να αλλάξω, ο λαιμός μου έχει στραβώσει από τις αναγνώσεις, κρυώνω, θέλω να κοιμηθώ, το μάτι σου είναι μέσα μου όταν πλένω τα δόντια, όταν η σιαγόνα μου είναι σφιγμένη, σε ξέρω όσο με κοιτάς. Περιμένεις τον ήχο που βγαίνει απ’ το στόμα μου και σε οδηγεί στη θάλασσα, τον ήχο που σε οδηγεί ξυπόλητο σε μία δράση πτώσης ή περιπλάνησης.

picture relate

Παλαιοπωλείο. Ξύλινη κατασκευή με πλαστικές καρέκλες στην είσοδο. Πίνακες, κάδρα και φωτογραφίες στοιβαγμένες σε κουτιά με το σήμα της adidas. Μία έφηβη πλησιάζει στο ταμείο κρατώντας μία φωτογραφία. Πίσω από τον πάγκο ένας μεσήλικας με λίγα μαλλιά και ριγέ πουκάμισο. Ακούει μουσική από το κινητό του.

– Μαργαρίτες;
– Χαμομήλια
– Πόσο;
– Δεν καταλαβαίνω.
– Ενδιαφέρομαι. Για αγορά.
– Είναι απλώς μία εικόνα.
– Φαίνονται τα χρώματα και το τοπίο. Αυτοί οι δύο;
– Παλιοί. Του 1995.
– Γέροι, δηλαδή.
– Άσχετοι με το κεντρικό θέμα.
– Φαίνονται χαρούμενοι.
– Είναι σε εκδρομή.
– Θα ήθελα να δω την μύτη, τα μάτια, τα μαλλιά τους.
– Μπορείς να φανταστείς.
– Βαριέμαι.
– Υπάρχουν κι άλλες φωτογραφίες στο σωρό.
– Έχουν πολλά φώτα.
– Κατάλαβα.
– Τι;
– Σου αρέσει η φύση.
– (χαμογελά) Εμένα;
– Δεν είναι κακό.
– Χρειάζομαι μια αλλαγή.

Ακούγεται κορνάρισμα λεωφορείου από μακριά. Ο άνδρας κλείνει τη μουσική και κοιτάει έξω.

– Το λεωφορείο σου φεύγει.
– Δεν ήρθα με το λεωφορείο.
– Θα την πάρεις τελικά;
– Θέλω να μάθω κάτι περισσότερο για αυτήν.
– Είναι ερασιτεχνική λήψη.
– Και αυτοί οι δύο;
– Θα έλεγα νέοι, τότε. Ίσως στην ηλικία σου.
– Αυτοί σού την πούλησαν;
– Αν θυμόμουν θα την είχα κρατήσει για μένα.
– Τι άκουγες;
– Έναν πεθαμένο.
– Ποιον;
– Τιμ Σμιθ.
– Κρίμα.
– Τον ξέρεις;
– Όχι.
– Ήταν σε ένα συγκρότημα τους cardiacs. Πέθανε από καρδιακή προσβολή.
– Αλήθεια;
– Ναι.
– Περίεργο. ( κοιτά τη φωτογραφία) Τι λες για αυτούς τους δύο;
– Ίσως οικογένεια ή φίλοι.
– Ίσως να έχουν πεθάνει από καρδιά.

Γελάνε και οι δύο. Ο άνδρας κοιτά την παλάμη του κοριτσιού. Έχει ένα βαθύ κόψιμο.

– Τι έπαθες;
– Άνοιξα λάθος την κονσέρβα. Μαγείρευα.
– Έχω επίδεσμο κάπου.

Ανοίγει το συρτάρι και ξετυλίγει τον επίδεσμο.

– Μπορώ να σου το δέσω εγώ, αν θέλεις.

Το κορίτσι απλώνει το χέρι.

– Δεν είσαι από εδώ, έτσι;
– Ήρθα για διακοπές με τη μητέρα μου.
– Δεν έχει πολλά πράγματα να κάνεις.
– Δεν με ενοχλεί.
– Ασχολείσαι;
– Ε;
– Τραβάς φωτογραφίες;
– Καμιά φορά.
– Εγώ παλιά ήμουν φωτογράφος.
– Το 1995;
– Ναι. Νομίζω, δηλαδή.
– Σου αρέσει αυτή η φωτογραφία;
– Δεν ξέρω. Μου αρέσουν τα λουλούδια.
– Αυτοί οι δύο υποθέτω πως είναι όμορφοι.
– Σίγουρα όχι πια.
– Αγοράζεις; Έχω κάποιες φωτογραφίες μαζί μου.
– Δικές σου;
– Ναι.

Το κορίτσι ανοίγει την τσάντα της και βγάζει λίγες φωτογραφίες. Τις δίνει στον άνδρα και εκείνος τις κοιτά μία μία.

– Είναι ιδιαίτερες.
– Σου αρέσουν;
– Δεν ξέρω.
– Δώσ’τες μου τότε.
– Περίμενε. Τι είναι αυτό; ( της δείχνει μία φωτογραφία)
– Η μητέρα μου. Το αφτί, το μάγουλο και το δεξί της μάτι.
– Το φως είναι ροζ.
– Φούξια.
– Ναι, φούξια.
– 10 ευρώ.
– Πώς;
– Στην πουλάω για 10 ευρώ.
– Τι λες για ανταλλαγή;
– Σύμφωνοι, αλλά θα με αφήσεις να σε βγάλω μία φωτογραφία.
Εδώ, μαζί με τον πάγκο και τα πράγματα.
– Θα σου χαλάσω την εικόνα. Είμαι άσχημος.
– Όχι, απλώς γέρος.
– Εντάξει μικρή. ( στήνεται) Πώς να είμαι;

Το κορίτσι βγάζει την φωτογραφική της μηχανή.

– Όπως είσαι. Ένα βήμα πιο πίσω. Ωραία. Κράτα και την φωτογραφία.
-Ποια;
-Την φούξια με τη μαμά.
-( την κρατά με τα χέρια του στο στήθος) Έτσι;
– Όχι. Κράτα την με τα δόντια σου.

Ο άνδρας την κρατά με τα δόντια.

– Τέλειος είσαι.

Το κορίτσι τραβά την φωτογραφία.

– Σε ευχαριστώ.
– Θα μου την δείξεις;
– Όταν ξαναέρθω.

Ο άνδρας της δίνει τη φωτογραφία με τα λουλούδια.
– Δική σου.
– Χρειάζομαι ένα στυλό.

Ο άνδρας της δίνει το στυλό. Το κορίτσι γράφει πίσω από την εικόνα “ Μαμά και μπαμπάς νέοι σε εκδρομή στην φύση”. Ο άνδρας το βλέπει και κοιτάζει το κορίτσι. Πάει να μιλήσει, μα δεν λέει τίποτα. Παίζει με το πρώτο κουμπί του πουκάμισού του.
Το κορίτσι τού χαμογελά.

– Φεύγω. Μην ανησυχείς. Θα έρθω να σου δείξω την φωτογραφία σου.

Το κορίτσι φεύγει τρέχοντας. Ο άνδρας πληκτρολογεί στο google “how to relate to a daughter that you never had?” . Λέει τη φράση και την επαναλαμβάνει μόνος του πολλές φορές.