το τελευταίο πάρτυ

θα πρέπει να γίνει τεράστια καταστροφή για να μην ξανασυμβεί ή ένα παράδοξο γεγονός, όταν βρεθεί λύση στο πρόβλημα του θανάτου.
μιλάμε στο τηλέφωνο και το τηλέφωνο έχει μόνο τη λειτουργία ηχητικών μηνυμάτων. Θα βρεθούμε, θα δουλέψουμε, θα πάμε και το πάτωμα γίνεται ένα τηλεσκόπιο άστρων.

θέλω να δω τις φίλες μου. Περισσότερο να ξεσκεπάσω τους ώμους και την καρδιά που μπαίνει στο στόμα. Φτάνω τρέχοντας, η πόρτα είναι μισάνοιχτη και εγώ κάπου στο δρόμο ντύθηκα με δαντέλες.

γίνεται μια σημείωση. Ένα πορτοφόλι μαύρο δερματίνη χάθηκε ανάμεσα στην ανάγκη να κουνηθούμε και να αλλάξει η μουσική.

εκείνη ήρθε από μακριά και ήταν η πρώτη αναγνώριση. Αφού καταλαβαίνει ποια είμαι, επιβεβαιώνω την ταυτότητα και το σώμα μου, κυρίως το σώμα μου.

είμαστε στο αφτί. Εκεί ελέγχουμε τις ποιότητες των ηχητικών κυμάτων και αντιδράμε λυγίζοντας το γόνατο ή ακουμπώντας την πλάτη στον καναπέ.

δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσβολή από την ομιλία, μα τώρα ανεβαίνουμε στα μηχανάκια και ο ήλιος πέφτει για μας στα μάτια, να μεταφράσουμε το φως λίγο λίγο μέσα απ’ τις τρίλιες.

φοράει το μαντήλι της και ανεβαίνει στο λευκό μηχανάκι που φεύγει πρώτο για να ανοίξει μια άλλη πόρτα με προσοχή και λεπτομέρεια. Ένα πόδι τη φορά.

τώρα ψάχνουμε τον οδοντίατρο και μια βιντεοκάμερα να δώσει φόρμα στις εικόνες. Μέχρι να σταθεί η σκέψη, προχωράμε εξήντα πίστες στο παιχνίδι τουαλέτα, καναπές, ζέστη και κρύο.

παίζω και θυμάμαι να είμαι τραγουδίστρια σε μπουζούκια, με τη ρόμπα και το κραγιόν, το κοινό θέλει ένα κομμάτι ύφασμα. Μπροστά από την συρόμενη του χωλ, πολύ ξύλο για τη ζώνη στη μέση μου.

να αρέσουμε, να δίνουμε νερά, καθώς απλώνουμε και αφαιρούμε το περίγραμμα των οργάνων.

κλείνω τα μάτια και κοιμάμαι. Στον ύπνο κάνω βόλτα τον Ίγκορ, μου λέει «δεν βλέπω» και παρακαλάω τον πατέρα μου να τον πάει στη γιατρό. Εγώ δεν μπορώ, δεν γίνεται, έχω να πλύνω σειρές από ποτήρια του νερού, αυτά με την διπλή κοιλιά και ακριβώς στην καμπύλη φοβάμαι.

αν μπορώ να ζητήσω μια χάρη για τα επόμενα πενήντα χρόνια είναι να μην τυφλωθώ. Απ’ τα μάτια στο συκώτι και απ’ το συκώτι στο κεφάλι και πάλι πίσω και μπροστά με διαφορετική σειρά. Ταξιδεύουν όσα βλέπω και αλλάζουν και αλλάζουν εμένα πιο πολύ όπως ένα δοχείο που είναι κατάλληλο για την αποθήκευση υγρών, δημητριακών και μπαχαρικών.

κάτω από τον ουρανό είναι ξαπλωμένοι δέκα. Στρίβουν τσιγάρα , πίνουν μπύρες και έχουν δύο σκυλιά να τους φρουρούν. Σήμερα η πόλη τους ανήκει. Φέρουν στις τσέπες και τα κομμένα μάτια τους, τη Βασίλισσα της νύχτας. Μόνο με αυτούς πηγαίνει και χαίρεται που σπάει τη διαδοχή. Λέει ιστορίες για τα δάση της Ελβετίας και την ανακαίνιση σπιτιών. Έμαθα πως έφτιαξε την κουζίνα μόνη της και μαγειρεύει τακτοποιώντας τα σκεύη προτού περάσει στο επόμενο στάδιο.

και ύστερα, αρχίζει ο χρόνος που περνά και μας χαλάει στο «αντίο»