κομματάκι μιας ζωής

Πήρε στους ώμους της ένα παιδί και είπε «μέχρι αύριο εγώ με αυτό και μετά τέλος». Πήρε το πρόσωπό του και το έβαλε από την άλλη μεριά να μην ξυπνήσει και περπάτησε, ώσπου δεν άντεξε άλλο και άνοιξε το στόμα της και το στόμα της έβγαλε από μέσα το στομάχι που είχε τόσο παραμελημένο, άδειο, τρυφερό και πονεμένο. «Να φάω» είπε και δάγκωσε το μάγουλο του παιδιού που κοιμόταν. Αυτό ξύπνησε και έκλαψα, μα είδε το στομάχι και φοβήθηκε έπεσε πάλι για ύπνο, είχε έναν λεκέ από αίμα στη μπλούζα του. Και αυτή συνέχισε να προχωρά, μέχρι το πρωί είχε διορία, μέχρι να αλλάξει θέση η νύχτα με τη μέρα και να ξυπνήσουν οι άνθρωποι να βάλουν τα εργατικά τους, να πάνε να γιατρέψουν κοψίματα και άγχη, να καθαρίσουν ράφια και μυαλά, να γράψουν κώδικες και πρωτόκολλα ασφαλείας. Δεν έφτανε, πέρασε όλη την πόλη από τα μάτια της και πάλι δεν έφτανε και το παιδί με μαλλιά και λίγα ρούχα ήταν ήσυχο, ακουμπισμένο. Εκείνη το κοίταξε και κατάλαβε πως είναι ομορφιά, όπως οι εικόνες στον κινηματογράφο, «δικό μου, δικό μου αυτό και αυτό που μέσα του έχει και το ξεχνά» και είχε γίνει πια πρωί το φως. Ίσιωσε τα χέρια, την πλάτη, το λαιμό και είπε «εγώ ίσια θα πηγαίνω μέχρι να πέσω, είμαι δέντρο το μπορώ» και το παιδί έπεσε από τον ώμους και κύλησε και άνοιξε τα μάτια του και έφυγε μακριά στη θάλασσα, βαθιά και κάτω. Αυτή σταμάτησε απότομα, τη λέγανε Μαρία, ένιωσε το στομάχι της στο στόμα, ένιωσε τα υγρά που είχαν γεύση από αλάτι και τον ώμο της που πια δεν είχε βάρος. Η Μαρία σήκωσε το πουκάμισο και είχε μια φωτογραφία στη θέση που κάποτε υπήρχε το στομάχι, την πήρε και την κόλλησε στον ώμο ήταν το παιδί στη φωτογραφία, το παιδί κοιμισμένο ⸱ φάνηκε η τρύπα στο στομάχι, ένα ροδαλό κενό από σώμα. Η Μαρία συνέχισε να περπατά και όταν πείνασε δάγκωσε την φωτογραφία, το χαρτί, τα χημικά, την γονάτισαν έξω από ένα βιβλιοπωλείο. Η βιτρίνα αντανακλούσε τη μορφή και την φωτογραφία του κοιμώμενο παιδιού και από πίσω, όλα τα βιβλία που είχε διαβάσει στη ζωή της. Το στομάχι της βγήκε έξω από το στόμα και ήσυχο διασπάστηκε. Η Μαρία είχε πια πεθάνει.

παίξε σπίτι παίξε

Σε ένα σπίτι μπροστά που είναι παλιό και άδειο και έχει ριγμένη τη σκεπή του. Ο Φέλιξ και η Νανά κάθονται σε δύο καρέκλες και λίγο κινούνται. Είναι νέοι στα είκοσι . Όσο μιλάνε μεγαλώνουν και όσο μεγαλώνουν φτάνουν να γίνονται μεσήλικες. Όλα συμβαίνουν ακριβώς εκεί και οπουδήποτε.

Φέλιξ- εγώ όταν ζητιανεύω δείχνω το προφίλ μου. Δεν κοιτάω κατάματα, παρά μόνο όταν έχω φάει και χορτάσει και είμαι έτοιμος για ύπνο.
Νανά- όταν κλωσάς την ώρα.
Φέλιξ- (δείχνει το σπίτι) με αυτό τι γίνεται;
Νανά- πέφτει κάθε μέρα περισσότερο. πέφτει και γίνεται ένα με το χώμα. πέφτει πέφτει και σκασμό δεν έχει.
Η Νανά γελάει. Σηκώνεται. Αλλάζει θέση στην καρέκλα της, ξανακάθεται. Ο Φέλιξ την κοιτάει.
Φέλιξ- κάτι πιάνεις ακόμα. Ο κώλος σου όρθιος.
Νανά- είναι που περπατάω όταν δεν κάθομαι και τρέχω όταν δεν περπατάω. Προχτές, με έπιασαν.
Φέλιξ- πώς;
Νανά- έβγαινα από το δωμάτιο να απλώσω ρούχα στην ταράτσα. Με περίμεναν στη σκάλα. Ήμουν ήσυχη και καλή. Το επόμενο πρωί με άφησαν να φύγω. Μου έδωσαν και τη λεκάνη με τα ρούχα. Μύριζαν μούχλα και είχαν ρίξει μέσα κουβάδες αποτσίγαρα.
Φέλιξ- σε ρώτησαν για εμένα;
Νανά- ναι.
Φέλιξ- τι είπες;
Νανά- πως τον βλέπω τόσο σπάνια που έχω ξεχάσει τα μούτρα του. Σίγουρα δεν επικοινωνεί μαζί μου και σίγουρα δεν μου λέει τίποτα για τα σχέδιά του. Για ποιες ληστείες και δολοφονίες μου λέτε. Δεν ξέρω τίποτα. Από το μυαλό σας τα βγάζετε. Έτσι, είπα.
Φέλιξ- μπράβο. Αρκεί να μην σε παρακολουθούν.
Νανά- χεστήκανε για μένα. Τους προκαλώ αμηχανία.
Φέλιξ- είναι που κοιτάς και το βλέμμα σου φαίνεται.
Νανά- για ελάχιστες εμφανίσεις δικό σου. (δείχνει το σπίτι) Με αυτό τι θα κάνουμε;
Φέλιξ- θα κατασκηνώσουμε εδώ μέχρι να πέσει.
Νανά- βαριέμαι να παίξουμε πάλι το 2007.
Φέλιξ- τι;
Νανά-το 2007 είχε πολλές αναμονές και θανάτους. Περιμέναμε να γυρίσει η μητέρα και θα αφήναμε αυτό το σπίτι.
Φέλιξ- δεν γύρισε όμως και κολλήσαμε εδώ κι εσύ κόλλησες περισσότερο από μένα. Λες και σε δέσαμε πάνω του.
Νανά- αν άλλαζα δεν θα έμενε τίποτα.
Φέλιξ- έκανες την πεθαμένη από μικρή.
Νανά- για πεθαμένη έχω ωραίο κώλο.
Η Νανά σκύβει και παίρνει δύο μπύρες πίσω από την καρέκλα της. Τις ανοίγει. Δίνει την μία στον Φέλιξ.
Φέλιξ- κι αν σου έλεγα ότι τα έχω κανονίσει. Ότι βρήκα κάτι άκρες και… ενθάδε κείται Φέλιξ και Νανά. Θεός σχωρέστους.
Νανά- θα με σκοτώσεις;
Φέλιξ- μαζί. Στα ψέματα.
Ο Φέλιξ δίνει στη Νανά ένα όπλο.
Νανά- είσαι τρελός.
Φέλιξ- θα με πυροβολήσεις στο πόδι και τα άλλα είναι κανονισμένα. Εγώ θα σε πυροβολήσω στο χέρι.
Ο Φέλιξ βγάζει ένα ακόμη όπλο μέσα από το πουκάμισό του.
Φέλιξ- θα έρθουν να μας πάρουν από το νοσοκομείο. Εκεί θα μας βγάλουν ψεύτικα πιστοποιητικά θανάτου. Έχω και νέες ταυτότητες. Θα είμαστε ελεύθεροι να φύγουμε.
Νανά- ποιο είναι το καινούριο μου όνομα;
Η Νανά μένει ακίνητη. Βλέπουμε πως έχει γεράσει και ο Φέλιξ το ίδιο.
Φέλιξ- Στέλλα.
Νανά- Δεν μου αρέσει. Να πεθάνεις μόνος σου.
Φέλιξ- όταν ζητιανεύω, δείχνω το προφίλ μου. Κοίτα με σε παρακαλώ. Κοίτα τι όμορφο που είναι το προφίλ μου.
Νανά- (τον κοιτάει αργά αργά) και πού θα πάμε;
Φέλιξ- Ιταλία.
Η Νανά σηκώνεται και κάθεται, κάθεται και σηκώνεται. Το σώμα της κάνει αργές κινήσεις. Οι ώμοι της έχουν κυρτώσει.
Παίρνει το όπλο στα χέρια της και σημαδεύει τον Φέλιξ. Εκείνος γελά. Τα δόντια του είναι κίτρινα, γεροντικά.
Φέλιξ- Στο πόδι Νανά.
Ακούγεται ένας θόρυβος και ο Φέλιξ πέφτει από την καρέκλα του. Το στόμα του είναι ανοιχτό, σχεδόν γελά. Πιάνει με τα χέρια του το στομάχι του. Τρέχει αίμα. Η Νανά κοιτάει μακριά την πόλη. Ο Φέλιξ πεθαίνει. Ένας νεαρός άνδρας εμφανίζεται. Μετακινεί το πτώμα από την καρέκλα στο πάτωμα και παίρνει τη θέση του. Η Νανά του στέλνει ένα φιλί. Είναι πάλι νέα.
Νανά- και τι θα κάνουμε με το σπίτι Φέλιξ;