σύρε/τράβα/ σπρώξε/πήδα

“κούνα κάτω από το τραπέζι το παιχνίδι της γάτας.” είπε η Όλγα και έβαλε τη ροβέντα στην πρίζα. Έκανε ένα συμφωνικό θόρυβο, τα πίσω όργανα αυτά που κανείς δεν παίζει. Είχε να ψάξει ένα λάστιχο κήπου και να πλύνει τις βεράντες με ακουαφόρτε. ” Μην σκέφτεσαι τόσο πολύ, έχεις ωραία δόντια εξάλλου”. Είπε στην Ριρί που ξεφύλλιζε ανατομίες εντόμων κι απ’ το ζόρι έκλαιγε το ένα της μάτι. Η Όλγα επιθυμούσε να δούλευε ακόμα σ’ εκείνα τα κέντρα γύρω απ’ το αεροδρόμιο. Εκεί, οι γυναίκες χορεύουν με νυφιάτικα τούλια και μπλαζέ ματ σκιές. Κανείς δεν τις αγγίζει, μόνο τις παρατηρούν. ” Με θαύμαζαν” έλεγε η Όλγα. Άνοιξε τα πόδια τραβώντας τη φούστα και κατούρησε το χορτάρι που απορροφούσε ό,τι είχε να αποβάλει, ό,τι μπορούσε να του δώσει σε προϊόν, ό,τι βγήκε για μοίρασμα από εσωτερικά όργανα. Οι πρώτες αγάπες, οι πρώτες ανάγκες. Τότε στα 1884 η Ριρί έμαθε τις οικογένειες των πολυφαγίδων και των κρυπτοκερκιδών. Στα 1885 η Όλγα χάρισε αυτά που είχε απ΄το μπαμπά σε κάτι ερωμένους, σε κάτι φίλες. Και πήδηξε σε μία καρότσα συρόμενη στα σπασμένα φλιτζάνια και στις μάχες της επόμενης ιστορικής κατασκευής.

σπίτι κυρίως και σώμα

Θα ‘θελα να είχα ένα σπίτι που να ήταν σώμα. Το δικό σου. Ή να μην είχα ποτέ μία κόκκινη σκεπή πάνω απ’ τα μυαλά μου ούτε ένα δόντι σβηστό στο τασάκι. Ό,τι πεθύμησα αντικαταστάθηκε από κουρτίνες ιβουάρ. Ό,τι αγνοούσα επέστρεφε για μαξιλαροπόλεμο τα δευτερότριτα. Μπορούσα να έχω χωρίς να πετάω ονόματα σε τοίχους και να τηγανίζω αβγά; Ήταν αληθινή η κρέμα για εγκαύματα. Έτρεξα το φανταστικό μου σπίτι να προστατέψω. Άπλωσα σ’ όλες τις τρίχες σου ποσότητα. Είχαν το μέγεθος μίας καρφίτσας. Το δέρμα ανακάλυπτε το σπίτι. Άνοιγε πόρτες , έκλεινε βλέφαρα, στοιχιζόταν για το χάδι. Εκείνο που δεν βλέπω γίνεται διάγραμμα μαθημάτων κι ας φώναζε η Τζένη πως οικονομία είναι να μαθαίνεις γρήγορα το μέλλον απ’ τους άλλους. Δείχνοντας ευγένεια στην ιδιοκτησία μπορείς να φτάσεις στο νησί που έχει ζωντανούς για ανθρώπους. Εκεί το σώμα σου βρίσκεται στη θέση του, στο σπίτι. Σε μυρίζω απ’ την εξώπορτα χωρίς προσφορά λεμονιών και λάρυγγα. Κι έτσι πιο ωραία σε καταπίνω, σάλιο από τα κάτω.

ο μύθος των παιδιών που ανταλλάσσουν γέλιο

Θα έβαζαν τα παιδιά μέσα στο χώμα. Όλη τη νύχτα τα σκεπάρνια δούλευαν. “Όχι εδώ, πιο κάτω” , “ πιο δεξιά”, “ δώσε μου φως”, τέτοιες κουβέντες έλεγαν κι έσκαβαν πιο γρήγορα απ’ τη σκέψη τους. Το ξημέρωμα έβγαλαν τα πουκάμισα και δένοντάς τα τύλιξαν γύρω γύρω τα παιδιά, να μη χαθούνε είπαν, να πιάνονται απ’ τους κόμπους και να αισθάνονται πως είναι μαζί, αν είναι μαζί όλα θα γίνουν, θα λειτουργήσει, θα βρούνε τρόπο . Ένα ένα με προσοχή με βελούδινες μάσκες βερυκοκί στο λαιμό κρεμασμένες και χτενισμένα μαλλιά τοποθετούσαν τα παιδιά στο λάκκο. Εκείνα ούτε μουρμούριζαν , ούτε έφερναν αντίρρηση, μονάχα ρωτούσαν πότε θα φάνε κι αν έχει παγωτό μετά το παιχνίδι. “ Σοκολατοφράουλα μπισκότο , θέλω και πουράκι” έλεγε το ένα και το άλλο μασούσε τις μύξες του παρμένο ακόμα απ’ τον ύπνο. Χώρεσαν με τριμμένους ώμους και μια υγρασία σεντόνι τριγύρω. Οι μεγάλοι στέκονταν από πάνω, κοιτούσαν μέσα κι έκλαιγαν. Δάκρυα γέμισαν και φούσκωσε το χώμα , έβραζε λάσπη και ούρα. Τα πουκάμισα μαλάκωναν στο οξύ κι ύστερα σκλήραιναν κι έμοιαζαν με σώμα σε ακαμψία ή ηθελημένη παραίτηση. Τα παιδιά άνοιγαν τα στόματα και ούρλιαζαν “ Βικτόρ, παγωτό, Βικτόρ” ή “ Είσαι κακός Βικτόρ , ποτέ σου δε με τάισες.”. Ύστερα, κάποια έφαγαν το χρώμα απ’ τη μάσκα τους και σώπασαν. Άλλα κυλίστηκαν στο λάκκο και αποφάσισαν πως είναι το νέο τους σπίτι κι ας είχαν αφήσει το πρόβατο Κλο στο παλιό. Ερχόταν το φως και πάλι έφευγε απ’ τη σκιά που έκαναν τα πρόσωπα κοιτώντας. Ήταν άλλα πρόσωπα, πρόσωπα μάσκες που είχαν φτάσει τώρα. Οι μεγάλοι δε φαίνονταν πουθενά, είχαν πουληθεί πια στο δάσος. Τα νέα πρόσωπα έφερναν μαζί τους κάτι που τα παιδιά δεν είχαν γνωρίσει. Όταν ένα από αυτά έσκυψε στο λάκκο, άκουσε ένα μακρόχρονο ω να αντηχεί, ήταν το αίσθημα του θαυμασμού που μόλις είχε προκαλέσει. Έπειτα τα χείλη τους μαράθηκαν κι άνθη κατρακύλησαν απ’ το βουνό, άνθη που έλιωναν και κολλούσαν το κεφάλι στο χώμα μέχρι αυτό να σταματήσει την προσπάθεια πτήσης . Τρία παρέμεναν ζωντανά ,δίχως να κοιτάνε τις μάσκες πρόσωπα ,έκαναν τα πηδήματα του βατράχου και τα κακαρίσματα της κότας. Με αυτά τους τα φερσίματα ικανοποίησαν τα νέα πρόσωπα που γέλασαν και γελώντας απόφαση πήραν να κρατήσουν τα παιδιά αυτά ως διασκεδαστές και δείγματα του μακρινού ταξιδιού. Τα παιδιά μεγάλωσαν σε σύστημα ανταλλακτικής οικονομίας κι έτσι, καθώς τίποτα δεν είχαν και τίποτα δε μπορούσαν να παράγουν έλεγαν την ιστορία του Βικτόρ που ήταν για αυτούς ο μέγας παγωτατζής και αδελφός θανάτου. Μαζί με τις μιμήσεις των ζώων και τις αναμνήσεις του λάκκου αντάλλασσαν αυτά που το σώμα ανέπλαθε σε εικόνα. Οι κάτοικοι τούς αναγνώριζαν με το όνομα “ αυτοί που ανταλλάσσουν γέλιο.”

Δ3

υπάρχει μία ανολοκλήρωτη καύση για αυτές που βρέχουν

τα αθλητικά τους στα δημόσια ουρητήρια, μία προσδοκία

να με συναντήσεις αυθόρμητα στο χωριό της Σαχίλ και να με ρωτήσεις για τις μετρήσεις του βάλτου ή το τριακοστό μου παιδί, να σκεφτείς τον πιο έξυπνο τρόπο να σχετιστούμε με ένα γαμήσι ή μία κούπα τσάι,ίσως, σταματήσεις για αναπνοή όταν εκφέρεις το όνομά μου για δείχνοντας πως είσαι αφηρημένος, ανήσυχος, απλουστευτικός, μεγάλη συμφορά να έχουμε πράσινα μαλλιά και λευκές βλεφαρίδες κι ούτε ένα σπίτι στην εξοχή κοντά στη θάλασσα που όλοι την αγαπούν κι έτσι κι εμείς κι εμείς θα έπρεπε να την αγαπούμε γιατί μυρίζει αλάτι κι όχι ξύδι κι έχει χρώμα ψυχρό της λογικής και του εικοστού αιώνα και εσύ να θέλεις να στρίψουμε στην πλατεία για να χαθεί το πλήθος κι όμως το πλήθος που νομίζαμε πως μας θλίβει δεν υπήρξε ποτέ και μόνο τρία μισογκρεμισμένα σπίτια κι ένα ποτάμι και η Σαχίλ ο τάφος της Σαχίλ να σκιάζει την αποχώρηση μιας δεκοχτούρας που θα φύγει σύντομα για το επόμενο χωριό στο υποθετικό της πλήθος στην υποθετική διάσταση μίας τρυφερής συνύπαρξης θα μπορούσες να κάνεις πως δε με είδες κοιτώντας την κολώνα που παίζει σε λούπα σκηνές με παιδικά αντικείμενα και κοινωνικά τραύματα ή να μασήσεις καπνό απ’ το δοχείο και να μεταφερθείς σε μετατεχνολογικό καθεστώς όπου τα χωράφια έχουν αντικατασταθεί από πισίνες γεννήτριες χαπιών μα επέμενες να αρχίσεις την καύση και να κινηματογραφήσεις τα δημόσια ουρητήρια που είναι όλος αυτός ο κόσμος, ο κόσμος μας και να βρεις τα ονόματα της πρώτης εταιρίας που έκανε δώρο ένα δεύτερο ζευγάρι αθλητικά σε όποια κατάφερνε να τρέξει δέκα χιλιόμετρα ντυμένη με πλαστικά, τώρα πρέπει να διπλώσουμε σε σύγχυση τις άκρες του λεπτού χαρτιού και να θυμηθούμε τη Σαχίλ που κάποτε διηγήθηκε με περίσσιες λεπτομέρειες σώματα που φοβήθηκαν και σώματα που κυριάρχησαν και κάποια περιστατικά ανυπακοής, καταγράφοντάς τα σε βαζάκια ιδιωτικού σάλιου των 330 ml, για να κολλούν σύμβολα και δείκτες στην ανολοκλήρωτη ούρηση των ποδιών

π ε ρ ι κ ο λ ο σ α γ κ ε ι μ ε ρ

Δεν το δοκιμάζω για μένα. Είναι για τη μητέρα μου. Αυτή είναι ακόμα πιο αδύνατη, σα σκελετός είναι.” Είπε και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Πουλάει μεταχειρισμένα ρούχα και φοράει ένα μεταχειρισμένο παλτό τουίντ με μπεζ ρίγα. Του φτάνει μέχρι κάτω από το γόνατο. Είναι αδύνατος και η ζώνη είναι διακοσμητική στα εξήντα εκατοστά γύρω γύρω. Η μέση του περίμετρος πορτοκαλιού, αν καθαρίσεις τη φλούδα , ξεζουμίζεται. Μου λέει πως έκοψε τα μαλλιά του και του λείπουν . Τα μαλλιά είναι αφορμή να μας λείπει κάτι, τρίχες. Κάτι πάνω στο κεφάλι μας είναι πιο ασφαλές. Τα εσωτερικά μαραίνονται, δεν πέφτουν. Θα ξέραμε τι συνέβαινε αν διαβάζαμε την ανθρωπολογία των αθανάτων. Μωβ πάνω σε ξερολιθιές. Κι αρχίζει “ Μια μέρα που έβρεχε περπατούσα στη γειτονιά. Ένα αυτοκίνητο ήταν σταματημένο στην άκρη του δρόμου, στο δρόμο πλάι ήταν παρκαρισμένο και γω κοιτώντας μέσα από το παράθυρο του οδηγού είδα από την απέναντι μεριά τη μητέρα μου. Είχε βρεγμένα μαλλιά και φορούσε μόνο τις κάλτσες της, τρελάθηκα κι έτρεξα προς το μέρος της για να την προστατεύσω. Καταλαβαίνεις; Βγήκε έξω μούσκεμα στο κρύο κι ούτε μια ρόμπα να ζεστάνει τις τρίχες στα μπράτσα της, ούτε ένα ζευγάρι παντόφλες κλειστές με μισοφέγγαρα . Πέρασα μπροστά απ’ το καπό κι όταν τέντωσα το στέρνο να μιλήσω δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν ποτέ εκεί. Μέσα από το τζάμι έβλεπα το είδωλό μου. Τόσο πολύ μοιάζω με τη μητέρα μου να φανταστείς , είμαστε ίδιοι, όταν έχω τα μακριά μου μαλλιά. Μου λείπουν τα μαλλιά μου. Δε θα της αρέσει το παλτό. Θα μαζέψω τα χοντρά μπουφάν. Ο καιρός άνοιξε. Κανείς δε θα τα αγοράσει.” Κι έτσι, έβγαλε από τις κρεμάστρες τις γούνες και τα μάλλινα. Πετώντας τα στο πάτωμα, έβγαλε από την τσέπη του τζιν του ένα χρυσό ψαλιδάκι. “ Τώρα η σειρά σου” είπε κι έδειξε την λαδωμένη μου αλογοουρά. “ Πρέπει να κάνεις κι εσύ κάτι για μένα. Κόψτα και δείξε πίστη στην ιστορία που σου διηγήθηκα. Κόψτα και θα σε καλέσω στο χορό. Οι εργατικές κατοικίες στον Φοίνικα δέχονται γυναίκες με κομμένα μαλλιά. Ήταν ο τρόπος να με δεχτούν κι εμένα. Είναι ο τρόπος να μεγαλώνεις.”

δίπλα

Δίπλα. Υπάρχει το τοιχάκι με τις βεργίνες και τα λουκάνικα και τις έψα λεμονίτες , πλαστικά ποτήρια φελιζόλ και ανθρώπινα κεφάλια τόσο ελάχιστα κοντά στο βλέμμα μου που δεν τα καταλαβαίνω δε μπορώ να πω με βεβαιότητα αν κάτι υπάρχει όταν δεν έχω επιβεβαιώσει την πληροφορία στο στομάχι ή στον υπολογιστή μου. Και λέω πως μόνη εγώ παρατήρησα το σβησμένο κεράκι με τα πράσινα φυλλώματα στην κολώνα της δεη έξω από το Θεαγένειο και μάλλον θα έπρεπε να μοιραστώ αυτή την ιδιαιτερότητα στη διακόσμηση της πόλης. Ωστόσο, γνωρίζω από πριν πως οι γυναίκες δουλεύουν, οι άντρες επιβάλλουν και τα παιδιά είναι στο σχολείο. Οι περισσότεροι γέροι θα μπορούσαν να δουν το κεράκι – ψεύτικο φως- αλλά διατηρούνται απασχολημένοι στην αρρώστια τους κι έτσι η πόλη απομακρύνεται στις αναπαραστάσεις της όπως ένα ξύλινο κιβώτιο αναιρείται ριζικά όταν γίνεται παιδικό παιχνίδι.Μπαρόκ είναι να κοιμάσαι κρεμασμένη απ’ το κρεβάτι και να μη σε νοιάζει αν θα ξεκουραστείς, γιατί το σκούτερ δεν προχωρά πέρα από τη Ρώμη. Η γειτονιά είναι η γραμμή που ρουφάω για να κινηθώ πιο μακριά χάνομαι πιο κοντά συγχύζομαι και είναι η ιδέα του κουβαλήματος του σώματος που προκαλεί περιέργεια να μετρήσω πόσα βήματα είναι μέχρι το Μασούτη κι αν αξίζει τον κόπο να αγοράσω ψωμί στα 654 κι όχι στα 231 για να δω κάτι που πριν αγνοούσα κι αυτό να γίνει εμπειρία να με φτάσει ως ύλη. Δίπλα σκοτεινιάζει μια ωραία διασκέδαση. Η Θεοδοσία περπατάει γρήγορα βρίσκεται έξω απ’ τη σχολή σταματά για να χαμογελάσει και να μου ευχηθεί καλή όρεξη τα κάτω δόντια της είναι αγαπημένα το ένα πάνω στο άλλο, έτσι η γλώσσα τα γλύφει καλύτερα, έτσι οι λέξεις της αποκτούν νόημα κι έτσι μπορώ κι εγώ να χαρώ την σύντομη σκηνή μας – τα πάνω δόντια επικαλύπτουν – .

παρατηρώντας πράσινα

Φοράει μια νυχτικιά με νυχτολούλουδα, χυτή. Είναι κρεμασμένη από τα πράσινα κάγκελα του πρώτου ορόφου. Η πολυκατοικία περνάει αρρώστιες. Σκουριές και μούχλες και ούτε ένα ελεβέιτορ για την ευκολία. Έχει τρίχες στο πηγούνι και χαμογελά. Μιλάει μια γλώσσα που δεν ξέρω και μόνο ένα “ Άσ’τα κάτω απ’ την πόρτα” καταλαβαίνω. Η γλώσσα της μ’ αρέσει περισσότερο απ’ τη δικιά μου. Έχει πατήματα, οι λέξεις της έχουν σκοτούρες. Να κάτι που ταιριάζει στα ανθρώπινα. Κρεμιέται απ’ τα κάγκελα να με εμποδίσει “ Ασ’ τα κάτω απ’ την πόρτα”. Χαμογελάει πολύ. Οι τρίχες της νυχτερινές. Είναι σα μικρό παιδί. Με εμπιστεύεται όσο με βλέπει. Από κει κι έπειτα θυμάται ζεστό γάλα κι ένα ραδιόφωνο να παίζει Δαλιδά, σταχτοδοχεία των πενήντα τσιγάρων, γάμους , κηδείες και το ταξίδι για την πράσινη πολυκατοικία στον Αγ. Παύλο. Την ακούω να μαλώνει με το γιο. Στέκεται δίπλα απ’ τα πλαστικά λουλούδια και φοράει ένα λερωμένο απ’ τον ασβέστη φούτερ. Τα υλικά φτιάχνουν ατμόσφαιρα, φτιάχνουν και προϊόντα. Ετοιμάζεται να φύγει κι εκείνη του φωνάζει ίσως για το φαγητό, ίσως για τα ρούχα, ίσως για χρήματα. Ίσως να του λέει “ τι στο διάολο θα κάνω μέσα σ’ αυτή τη μούχλα; Εγώ θέλω να παίξω. Μη δουλεύεις.” Και ο γιος τρώει το τοστ που έφτιαξε το παιδί- μαμά τινάζοντας τα ψίχουλα δίπλα στις πλαστικές μαργαρίτες για να κάνει ένα γκαπ κλαπ την πόρτα πίσω του δηλώνοντας το εργασιακό καθήκον. Το ταξίδι για την πράσινη πολυκατοικία κράτησε οχτώ μέρες και οχτώ νύχτες. Ήταν φθινόπωρο και κανείς δεν είχε δουλειά. Το γάλα είχε λήξει και τρέφονταν με νυχτολούλουδα και ασβέστη. Αυτή η πρώτη γεύση έφτιαξε την ενηλικίωση με γρήγορα τεχνάσματα. “ Σ’ αγαπώ- Θα φύγω”.

δ2

μακρινά σε ακούω να γυρίζεις την αλυσίδα του ποδηλάτου και να χαράζεις τα δόντια να περνάς μακριά από τη γέφυρα και είσαι η μέρα τα τρακτέρ προσκυνάν τα μυρμήγκια πως θα αλλάξει ο κόσμος χωρίς την ικανότητα της οδήγησης μιλώ εγώ που δεν ξέρω να περπατάω μιλώ εγώ που γυρίζω τις πάνινες κούκλες μου να δω τι φοράν από κάτω δαντελωτά κιλοτάκια

δεν αναγνώρισα η αθωότητα πρέπει να διατηρηθεί μέχρι τα δώδεκα όχι περισσότερο μέχρι την έκτη δημοτικού εκεί που λούζουμε η μία την άλλη νερά στο προαύλιο της εκκλησίας και τα ρούχα κολλάνε πάνω μας, κολλάνε πάνω σου τα στερεότυπα και γίνεσαι ένας σαχλός πολτός

ο φρουτοχυμός της αδυναμίας μας να συνεχίσουμε το νερό , η βία σε χέρια η Λίκα χτυπάει τα αγόρια η Λίκα είναι η αγαπημένη μας βρίσκεται στο σώμα της και η συγκίνηση

ρίχνει κάτω τις πληγές και τις κορδέλες

ροζ κολάν φορούσες η εξερεύνηση ξεκινά από το τετράγωνο η γειτονιά να κρυφτείς από τις ομιλίες τις απαραίτητες προτάσεις χωρίς να καταλαβαίνεις την υποτίμηση στο φύλο σου τα φασιστικά σύμβολα τις νεκρικές ακολουθίες να ξενυχτίσουμε τον νεκρό, ναι , σ’ ένα ισόγειο στην Παλαμά , να του πάμε καινούριο καπέλο και με προσοχή να τον καθαρίσουμε από ούρα και φλούδες φαγητών κολλημένες στο δικό του φύλο δούλεψε πολύ πέθανε πολύ , πέθανε αργά ξεκινώντας απ’ το πρώτο παιδί, την πρώτη απόλυση, την πρώτη μέρα που έγινε πολίτης

κι εσύ να τεμαχίζεις ζελεδάκια από ανία και περιέργεια για τον εσωτερικό τους κόσμο τους κρυστάλλους ζάχαρης που παγιδεύονται στο στάδιο της ψύξης σέρνω το κρύο σε βήματα 1 η παιδική ηλικία 2 η παύση 3 το πένθος 4 η ηλικία σκέτη και ξινή στο ντανς φλορ με αγόρια σκληρά γεμάτα εντυπώσεις και ώρες αθλητισμού να λυπούνται στο νόημα της εξουσίας

κι εσύ ακόμα τέλεια στις μπουνιές κι εγώ να μεταδίδω σώματα που συμβαίνουν

ταυτότητα

Είναι πιο βαριά από όσο φαντάζεστε. Η μάζα της, το στήθος της, ο τρόπος που πλένει πιάτα είναι τεράστιος. Η ίδια είναι τεράστια, μια σφαίρα ασφυκτικής σάρκας, πορώδους και υγρής. Αν τη ρωτούσαν ποιο ήταν το αγαπημένο της τραγούδι θα έλεγε το “ Say yes” του Elliott Smith. Τώρα ποια θα σου πει “ Δεν ξέρω. Τα τραγούδια είναι τόσα λίγα.” Ανεβοκατεβαίνει για να σε εκνευρίσει. Έχει ένα σβέρκο παγωτό φράουλα και ξινισμένο σπίτι. Είναι διαφανής, γι’ αυτό δε τη συναντάς. Μπαίνεις μέσα της. Κι αν μπεις ,δεν έχει πίσω πόρτα. Προσπαθείς , προετοιμάζεις επιλογές και επόμενες κινήσεις. Σκέφτεσαι πως θα ήταν πιο παραγωγικό να επιλέγεις συνέχεια , να την πιάσεις εξ’ απροόπτου, να τις φυτέψεις ταμπέλες και μπράβο και να μπορέσεις με την αξία σου να βγεις. Γιατί εξάλλου η ζωή είναι δική σου και είσαι σίγουρη πως ξέρεις να ζεις μακριά της. Είσαι προγραμματισμένη να πιστεύεις πως υπάρχει τέλος και ύστερα τα φρούτα γεννιούνται πάνω σου και η επιθυμία αποκλείει τον παράγοντα “ Θάνατος Τρίτο Αυλάκι Δεξιά”. Εκείνη υπάρχει στην εντέλεια με ρούχα μετάξι και παπούτσια χειροποίητα νούμερο 856. Δε σε έχει ανάγκη. Σε ανέχεται , διασκεδάζει με την κούραση , τη συλλέγει σε δάκτυλα για να συγκεντρώνεται, να συνειδητοποιεί την ύλη της πιο πολύ και πιο πολύ. Με λίγα λόγια σε εμπεριέχει για να σε χρησιμοποιεί. Τη ρώτησες ποιο είναι το αγαπημένο της τραγούδι. Σε εκδικείται. Αναγνωρίζεστε. Η ανυπόφορη συμβίωση δείχνει έναν πόλο. Σκάλες ισορροπίας για τριποδικά καρεκλάκια. Είναι πιο νόστιμη από όσο πίστευες. Σου κάνει δώρο διακοπές στο πέμπτο ανατολικό της ημισφαίριο. Εκεί μαζεύεστε οι δημόσιοι υπάλληλοί της , μόνιμοι πια. Διαβάζεις για τον Χανς. Το σανατόριο προσφέρει υψηλές θερμοκρασίες .Κι αυτή θερμαίνεται όσο καυλώνει. Την καταλαβαίνεις με τον καιρό. Σού θυμίζει πρόσωπα που συνάντησες στην ουρά αναμονής για μελλοντική χρήση της ανθρωπότητας. Δεν έγιναν όλα δεκτά στο πρόγραμμα. Πακετάρεις τα πράγματά σου σε σακβουαγιάζ. Θα φύγεις λες, έφτασε η ώρα. Κι όταν κατεβάζεις τα στόρια και πετάς τα σεντόνια και κλειδώνεις το δωμάτιο ,αυτή εμφανίζεται μικρή εμπρός σου με κουτάλι και πιάτο ψαρόσουπα στα χέρια. Κι εσύ πεινάς τόσο πολύ. Η πείνα σου είναι όλη η αλήθεια. Κάθεστε μαζί και τρώτε σούπα χωρίς κόκαλα και λόγια. Γίνεστε ένα.

κολοκυθόπιτα, γλυκιά μου

Περίσσευε ένα κομμάτι κολοκυθόπιτα γλυκιά. Έκλεισε την πόρτα της κουζίνας και την έβαλε στο φούρνο με τα μικροκύματα. Είχε αδυναμία στην κολοκυθόπιτα. Ήταν καλή στο να την κόβει,να την γλείφει,να την τρώει,να την απλώνει στον ουρανίσκο της και να την αναγνωρίζει ερωτικά. Την έβαλε για οχτώ λεπτά. Ήθελε να λιώσει,να καεί, να γίνει μαύρη, στεγνή,να σπάει δόντι. Οι άλλες την περίμεναν στο σαλόνι. Μύρισε καμμένο. Τρόμαξαν. Έλεγαν μήπως την έπιασε εκείνη η καταστροφή. Η Καίτη στα πέντε της που τότε τη λέγανε ακόμα Τούλα είχε βάλει μια Σίντι κούκλα στη γάστρα της μαμάς. Με το κοτόπουλο και τις πατάτες στο φούρνο , η Σίντι ταυτίστηκε με την πρωταρχική της ύλη. Μια μάζα πλαστικού με κίτρινες τρίχες ήταν ο λόγος που η Τούλα έφαγε τόσο ξύλο όσο μπορεί να χωρά μια παιδική ηλικία. Μπήκαν με αυτοπεποίθηση και διάθεση καταστολής. Όταν είδαν την Καίτη πεσμένη στα τέσσερα να τρίβει το πρόσωπο και το στήθος της πάνω στην καμμένη κολοκυθόπιτα έριξαν ένα μπουκάλι μεβγάλ στο στόμα της. Μέχρι και σήμερα πιστεύουν πως το γάλα ηρεμεί. Η Καίτη απέκτησε δυσανεξία στη λακτόζη και βρήκε καινούριες φίλες.