κολοκυθόπιτα, γλυκιά μου

Περίσσευε ένα κομμάτι κολοκυθόπιτα γλυκιά. Έκλεισε την πόρτα της κουζίνας και την έβαλε στο φούρνο με τα μικροκύματα. Είχε αδυναμία στην κολοκυθόπιτα. Ήταν καλή στο να την κόβει,να την γλείφει,να την τρώει,να την απλώνει στον ουρανίσκο της και να την αναγνωρίζει ερωτικά. Την έβαλε για οχτώ λεπτά. Ήθελε να λιώσει,να καεί, να γίνει μαύρη, στεγνή,να σπάει δόντι. Οι άλλες την περίμεναν στο σαλόνι. Μύρισε καμμένο. Τρόμαξαν. Έλεγαν μήπως την έπιασε εκείνη η καταστροφή. Η Καίτη στα πέντε της που τότε τη λέγανε ακόμα Τούλα είχε βάλει μια Σίντι κούκλα στη γάστρα της μαμάς. Με το κοτόπουλο και τις πατάτες στο φούρνο , η Σίντι ταυτίστηκε με την πρωταρχική της ύλη. Μια μάζα πλαστικού με κίτρινες τρίχες ήταν ο λόγος που η Τούλα έφαγε τόσο ξύλο όσο μπορεί να χωρά μια παιδική ηλικία. Μπήκαν με αυτοπεποίθηση και διάθεση καταστολής. Όταν είδαν την Καίτη πεσμένη στα τέσσερα να τρίβει το πρόσωπο και το στήθος της πάνω στην καμμένη κολοκυθόπιτα έριξαν ένα μπουκάλι μεβγάλ στο στόμα της. Μέχρι και σήμερα πιστεύουν πως το γάλα ηρεμεί. Η Καίτη απέκτησε δυσανεξία στη λακτόζη και βρήκε καινούριες φίλες.